Κυκλάδες

Κυκλάδες

Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ακριβώς ήταν εκείνο που την έκανε να μπει σ’ αυτήν την περιπέτεια. Αρχές καλοκαιριού, να πάει ταξίδι με τους γονείς της στην Μόσχα οδικώς από Θεσσαλονίκη. Την στιγμή που ζούσε τον απόλυτο έρωτα με τον Γιώργο εδώ και τέσσερις μήνες. Και το δικό τους σχέδιο ήταν να πάνε με την παρέα στο νησί και ν’ αράξουν στην παραλία free όλο το καλοκαίρι.
Όπως ήταν φυσικό επόμενο, κόντεψε να το τινάξει στον αέρα όλο το ταξίδι και για τους γονείς της και για τους φίλους τους με την κακοτροπιά της και την αμφιθυμία της. Εφτά μέρες άντεξε, και το έβδομο πρωί πάει και ανακοινώνει στη μάνα της και στον πατέρα της ‘φεύγω με λεωφορείο για Νάξο’
Επικράτησε μια σύγχυση, ένα βλέμμα κι απ’ τους δύο ‘ποιο είναι αυτό το πλάσμα εμπρός μας’ σε αρμονία οι δύο, το δυσαρμονικό αυτή.
‘έχει λεωφορείο για την Νάξο από την Μόσχα, παιδί μου;’ τη ρώτησε ο πατέρας της ‘όχι ρε πατέρα’
‘άστην να φύγει Τάκη, άστηνε’ η μητέρα.
Εφυγε. Τρεις μέρες ταξίδευε σερί. Έφτασε πειραιά, πήρε καράβι, έφτασε χαράματα στη χώρα, στο νησί, κοιμήθηκε δίπλα στα φέρυ που φεύγαν κι έρχονταν, κόσμος ανέβαινε κατέβαινε, αυτοκίνητα φόρτωναν και ξεφόρτωναν, σειρήνες ούρλιαζαν, μέχρι το απόγευμα που είχε λεωφορείο για την παραλία. Κατέβηκε, περπάτησε στην άμμο, πλησίασε, ανέβηκε στον τελευταίο αμμόλοφο, εκεί που ήξερε ότι θα είχαν στήσει τη σκηνή οι φίλοι. Κάτω απ’ τον αμμόλοφο ο Γιώργος τρυφερά αγκαλιασμένος μέσα στον ήλιο που έδυε γυμνός και αυτός και η Μάγια, παίζαν και γελούσαν.
Έμεινε ακίνητη. Και αυτή και ο χρόνος. Πάγωσε. Ένα λεπτό. Έναν αιώνα. Αυτός σαν από ένστικτο γύρισε και την είδε. Ακίνητη, πάνω στον αμμόλοφο, μέσα στα χρώματα του αιγαιοπελαγίτικου δειλινού. Άκουσε σαν από μακριά πολύ την φωνή του να προφέρει ξεψυχισμένα το χαϊδευτικό που είχε εφεύρει εκείνη για τις δικές τους τρυφερές στιγμές.
‘νίνο’..
Εκείνη είχε φύγει ήδη. Η εικόνα μπροστά της μετακινούνταν και αναδεύονταν σε κομμάτια και θρύψαλα. Ένα κομμάτι της θάλασσας μπήκε στον ουρανό. Οι φλόγες του δειλινού βρέθηκαν στα πόδια της, μπερδεύτηκαν στο μυαλό της. Όλα αντιστρέφονταν με φοβερή ταχύτητα, πρώτα σε κύβους, μετά σε σχέδια ψυχεδελικά που έρχονταν καταπάνω της ή εκπορεύονταν από κείνη με βιαιότητα.
Οι επόμενες σκηνές που θυμάται μετά απ’ αυτό είναι αποσπάσματα. Φλας ταβέρνα, φλας σηκώνει μια κανάτα κόκκινο κρασί, φλας κερνάει όλο το μαγαζί, φλας γελάει δυνατά, φλας γίνεται φάση με τον νικ, φλας την κουβαλάν ο άκης κι ο μήτσος στην καλύβα, στο σλίπυ, φλας γελάει, γελάει, γελάει, φλας ο ουρανός μεγάλος, γεμάτος αστέρια, φλας ξημέρωμα, κενό, κενό, κενό..
Ο ήλιος χτυπάει τα μάτια της, ανοίγει το ένα, ανασηκώνεται στον αγκώνα της, θάλασσα μπροστά, κοιμόταν έξω απ’το σλίπυ, άμμος παντού, άνθρωποι γύρω, ο ήλιος την τυφλώνει, βάζει το χέρι στο μέτωπο και ρωτάει τον πρώτο που περνάει μπρός της
‘πού είμαστε;’
Βλέμμα.
Στη Σχοινούσα, της απαντάει. Καλωσόρισες .

Advertisements

One thought on “Κυκλάδες”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s