acqua marina

καρπούζι σε μπλε νερά

‘Αύριο θα σμίξω τα δυό σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό λυπητερό παιδάκι, θα το λένε ‘Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina.

Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να πεθάνω όλους τους θανάτους’

Μάτση Χατζηλαζάρου

11 και είκοσι το πρωί. ‘Ηξεραν αυτές. Ακουσαν το ντάτσουν ν’ανεβαίνει την ανηφόρα. Είναι εξασκημένο το αυτί των ανθρώπων που ζουν στο βουνό. Ξεχωρίζουν κάθε ήχο από μακρυά, φεύγει, έρχεται, πουλί, λύκος, άνθρωπος, κοπάδι, φλογέρα. Γνωρίζουν.

Μια αναστάτωση, ένα ελαφρό φουρφούρισμα μέσα στα σπίτια. ‘να ρίξω ένα ρομπάκι πάνω μου’ όλες . Οι άντρες αυτή την ώρα είναι στα καφενεία, έχουν τελειώσει οι δουλειές οι πρωινές, παίζουν δηλωτή και πρέφα με θρησκευτική ευλάβεια, ποτέ δεν φτάνει μέχρι αυτούς ούτε το φουρφούρισμα που προηγείται ούτε ο αναστεγμός που ακολουθεί. Κάτι φαρμακόγλωσσοι μερικές φορές πετάν κάτι υποννοούμενα ότι αυτό κι εκείνο το παιδί είναι πιό σκουρόχρωμο και πιό κατσαρομάλλικο απ’τ΄άλλα, αλλά φαρμακόγλωσσοι είναι, όλο και κάτι θα βρουν να πουν. Το χωριό είναι ψηλά και το υψόμετρο είναι γνωστό ότι μπορεί να επηρεάσει το χρώμα του δέρματος. Όλα τ’άλλα είναι απλά κακίες.

‘καρπούζια, καρπούζια, καρπούζια απ’τον κάμπο, πέντε ευρώ τα δύο, τα δύο πέντε, κατακόκκινα και γλυκά. Περάστε κυρίες. Τα δύο πέντε και με τη βούλα. Και με τη βούλα, ελάτ ε κυρίες’ η φωνή απ’το μεγάφωνο και από κάτω ‘τα μαύρα μάτια σου όταν τα βλέπω με ζαλίζουνε και την καρδιά μου συγκλονίζουνε’

Το ντάτσουν περνάει αργά απ’την πλατεία, μπροστά απ’το καφενείο, σταματάει λίγο, συνεχίζει στην κατηφόρα για τα σπίτια, σταματάει αριστερά απ’τη βρύση.

‘άντε βρε χρήστο, που χάθηκες; αύγουστος μπήκε’

‘εδώ είμαι, εδώ’

Ψηλός, μελαψός, κατσαρά μαύρα λαμπερά μαλλιά, γαμψή μύτη, μάτια κάρβουνα αναμένα στον ουρανό τη νύχτα, πλατύ χαμόγελο, κάτασπρα δόντια. Οι γυναίκες μαζεύονται πίσω απ’την καρότσα.

΄με τη βούλα θα με το δώσεις όμως’

‘με τη βούλα κυρά μου, ό,τι θέλεις’

αγάπες μου περαστικές αγάπες μου χαμένες τραγουδάει ο αγγελόπουλος, πάει να πάρει το μαχαίρι και το χαμηλώνει.

‘εγώ δεν θέλω δύο, μόνη μου είμαι. Ένα θα με δώσεις’

‘ότι θέλεις κυρά μου θα σε δώσω’

Κι έτσι όπως κόβει τη βούλα στο καρπούζι και τους δίνει να δοκιμάσουν και ζυγίζει αρχίζει και τραγουδάει το δικό του τραγούδι. Με τα λόγια της φυλής του. Κι αυτές ας είναι βουνίσιες, κι ας μην ξέρουν την γλώσσα που τραγουδάει, κάθονται γύρω απ’τη βρύση κι ακούν. Τα μάτια παίρνουν άλλο χρώμα, σα να γαλαζώνουν λίγο, το χέρι στο πάνω κουμπάκι της ρομπίτσας, ένα χαμόγελο γύρω απ’τα χείλια.

Κανένας δεν έχει δει ποτέ τίποτα παραπάνω, κανένας δεν είπε ποτέ ότι ξέρει αν έχει γίνει κάποια συνάντηση, πώς και που. Μπορεί και να μην έχει γίνει ποτέ, όλη αυτή την κουβέντα να την έχει ξεκινήσει κανάς αλαφροίσκιωτος που έχει ‘πιάσει’ στον αέρα το πλάνταγμα απ’το τραγούδι του γύφτου.

Που περνάει και φεύγει και κανένας δεν ξέρει ούτε πώς τον λένε. Μόνο οι δικοί του ξέρουν ότι τον λέν τακσίμ κι όχι χρήστο. Ότι έχει εφτά παιδιά και δυό γυναίκες. Ότι από μικρό παιδί όταν άνοιγε το στόμα του και τραγουδούσε, οι γιορτές της φυλής του μετατρέπονταν σε τελετουργίες. Κι εκεί που παν στην ιβηρική τα καλοκαίρια καμμιά φορά, που μαζεύονται όλες οι τσιγγάνικες φυλές και γίνεται πανηγύρι μεγάλο, όταν πιάνει ο τακσίμ το τραγούδι τσιγγάνες και ξένες δεν χορεύουν πιά. Εκστασιάζονται. Κι ο τακσίμ γελάει.

Κι ο πατέρας του θυμώνει. ‘με όλες τις γυναίκες του κόσμου θα πας; δεν σου φτάνουν οι δικές μας;’

‘κάθε γυναίκα κι ένα ταξίδι πατέρα’ του λέει ‘λες όχι στο ταξίδι;’

γιατί δεν θέλει να του πει ότι εκείνη που αγάπησε δεν τον άφησε εκείνος να την πάρει γιατί τον είχε αραββωνιάσει από μικρό , γιατί εκείνη δεν ήταν της φυλής τους, γιατί, γιατί, γιατί..

Κι ο τακσίμ γελάει . Και τραγουδάει.

Κάποια ώρα μετά, το ντάτσουν ξαναπερνάει αργά αργά απ’την πλατεία για να φύγει. Χαιρετάει με μια κίνηση του χεριού. Οι άντρες στο καφενείο παίζουν ήσυχα δηλωτή και πρέφα .’γειά σου χρήστο’ του απαντάν.

Το ντάτσουν βγαίνει απ’το χωριό, το μεγάφωνο παίζει ‘θάρθω να σε βρω να το θυμάσαι’.

Ο τακσίμ ακουμπάει το χέρι στην πέτρα που φοράει πάντα στο λαιμό δεμένη με δέρμα. Το φυλαχτό που τούχε δώσει εκείνη, η πρώτη του αγάπη, εκεί, στην ιβηρική. Μια άκουα μαρίνα να του θυμίζει τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ και την αγάπη εκείνη που ψάχνει να βρει στα ταξίδια που του χαρίζουν απλόχερα οι γυναίκες του κόσμου.

Κι ο τακσίμ γελάει. Μάλλον. Μπορεί και όχι..

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s