ο κετσές

 

 

xamam_b‘πού είναι ρε μάνα ο κετσές;’

‘τι ‘ν’ αυτό παιδί μου;’

‘ένα πανάκι που είχα πάνω στο σαπούνι το πράσινο’

‘αυτό είχε ξεραθεί τελείως’

‘ε, ξερό έπρεπε να είναι’

‘και τι να το κάνεις παιδί μου αυτό;’

‘να το κάνω απολέπιση προσώπου ρε μάνα’

Ελαφρό σούφρωμα των χειλιών και βλέμμα προς την άλλη μεριά. Το νοηματικό σχόλιο εμπεριέχει μια υποτίμηση για την ασημαντότητα του θέματος και ίσως και για το πρόσωπό μου γενικά. ‘ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στ’ αλεύρι’ θα συμπλήρωνε, αν δεν είχε και μια μικρή παιδική σχεδόν ενοχή ότι την έκανε την πατάτα.

‘το πέταξες;’

‘Δεν ξέρω. Μπορεί και να το πέταξα’

Εδώ το «δεν ξέρω, μπορεί και να» επέχει θέση κατάφασης ντυμένης με μια επίφαση ασάφειας προς αποφυγήν περαιτέρω διενέξεων. Είναι η ουσία της διεθνούς πολιτικής εφαρμοσμένης στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Την αποφεύγω κι εγώ την διένεξη. Έτσι κι αλλιώς ο κετσές χάθηκε.

Έχω κάνει και ψυχοθεραπεία κι όταν θυμώνω πια, παίρνω ανάσες και σκέφτομαι μήπως θυμώνω με μένα πρώτα.

Εμ, με μένα θυμώνω για, κοτζάμ γουμάρα άμα μένεις με τη μάνα σου, ένα κετσέ μπορεί και να τον χάσεις. Δεν πειράζει, λίγο το κακό. Να είναι καλά. Θα βρούμε άλλον. Κετσέ.

Εδώ χάνονται άλλα κι άλλα. Μη πιάσουμε τα μεγάλα. Ανθρώπους και χρόνια και τέτοια. Για τα μικρά λέμε, κάτι μικρά που έχουν δεθεί με μνήμες και με στιγμές. Και κάπου στην πορεία εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς. Μια φούστα, το μακό εκείνο με τον τσε, ένα βραχιόλι, μια φωτογραφία, ένα βιβλίο. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι έχουν πάει σ’ ένα παράλληλο σύμπαν. Το σύμπαν των χαμένων πραγμάτων. Το σύμπαν των αγαπημένων χαμένων πραγμάτων. Το οποίο ζει και περιστρέφεται κάπου γύρω απ’ το σύμπαν των υπαρχόντων πραγμάτων. Ή και κάπου μακρύτερα. Δεν ξέρω που ακριβώς. Που και που ανοίγει η πύλη και φωτίζει από κανένα. Θυμάσαι και τ’ άλλα. Ένα λεπτό και ξανακλείνει.

Κάνω μπάνιο γρήγορα. Ντύνομαι.

‘φεύγω μάνα’

‘να σε δω. Τι έβαλες πάλι; είναι γυναικείο ντύσιμο τώρα αυτό; εκδρομή θα πας;’

‘ναι, θα πάμε βόλτα με την μηχανή με την αλεξάνδρα’

‘με τη μηχανή θα πάτε; θα πουντιάσετε. Έβρεχε όλο το βράδυ παιδί μου. Βάλε κάτι χοντρό πάνω σου. Είστε γυναίκες τώρα εσείς;’

Βγαίνω στην πόλη σάββατο μεσημέρι. Η μέρα αστράφτει καθαρή και λαμπερή. Όλο το βράδυ την έπλενε η βροχή. Μάλλον αυτοί δεν τον χάσαν’ τον κετσέ.

Κάθομαι στη γωνία στο καφενείο. Κόσμος περνάει, γεμάτος ο πεζόδρομος τραπέζια απ’ τις καφετέριες, γεμάτα τα τραπέζια γυναίκες άνδρες κορίτσια αγόρια καροτσάκια μωρά, σαλιγκάρια οι άνθρωποι, στεγνώνουν στον ήλιο. Στο τσιπουράδικο απέναντι, τρεις ρομά, ντέφι, κλαρίνο, κιθάρα παίζουν ‘σ’ αγαπώ γιατί είσ’ ωραία’ προς τέρψιν των τσιπουροκατανυκτικών. Στο τέλος προτάσσουν το ντέφι. Ένα τίμημα χρειάζεται πάντα στη ζωή. Δίνει αξία στο παραχθέν. Η μπορεί και να την αφαιρεί. Ανεξαρτήτως. Λέμε τι γίνεται. Όχι τι θα θέλαμε να γίνεται. Ή να μη γίνεται.

Ακούω τη μηχανή να πλησιάζει. Σταματάει μπροστά μου, τη στήνει, βγάζει το κράνος, τινάζει τα μαλλιά, στέλνει στον ήλιο καστανές και κόκκινες ανταύγειες και κατεβαίνει.

Τι έγινε, λέει.

-Καλώς την. Καλά. Καλημέρα. Εσύ.

-Δεν ξέρω. Θα δείξει. Τον βρήκες;

-τον βρήκα

-μιλήσατε;

-μπορείς να το πεις κι έτσι

-τι λες μωρέ; τι είπε;

ξαφνικά η καρέκλα που κάθομαι αποκτάει προσωπικότητα, ένα τικ, ένα αντιδραστικό, δεν με σηκώνει, δεν με χωράει

-δε πα να φύγουμε της λέω

-α τόσο καλά. Τι είπε ρε μαλάκα;

-με είπε ότι του τελείωσε ρε παιδί μου. Έτσι ξαφνικά. Ότι δεν του σηκώνεται πλέον.

Απότομα πέφτει σιωπή. Πώς είναι όταν είσαι σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη κόσμο και πρέπει να φωνάξεις για να σ’ ακούσει ο άλλος απέναντι και εκεί που φωνάζεις αυτό που πρέπει ν’ ακούσετε εσείς οι δυο, απότομα πέφτει μια σιωπή στην αίθουσα κι ακούν όλοι; Κάπως έτσι.

Βλέπω σπίθες κόκκινες ν’ αναβοσβήνουν ανεξέλεγκτα γύρω απ’ τα μαλλιά της.

Δε μιλάει. Οι κόρες των ματιών έχουν στενέψει επικίνδυνα.

-Έλα ρε μαλάκα της λέω απαλά. Χέσ’ τον τον μαλάκα.

Με υποδειγματική ψυχραιμία κατεβάζει τα μάτια.

-κι εσύ τι του είπες;

τι να πεις σκέφτομαι μέσα μου σε κάποιον που σου λέει κάτι τέτοιο ρε φίλε; είναι δικό του, είναι το δικό του προσωπικό μέτρο. Άμα ο άλλος μετράει τον εαυτό του, τους δίπλα του και τον κόσμο με το μέτρο πόσο μου σηκώνεται και αν μου σηκώνεται, δεν μπορείς να του πεις και τίποτα. Χάρηκα για τη γνωριμία λες και φεύγεις. Μπορεί να μην είναι ο μόνος, μπορεί το μέτρο αυτό να είναι ένα πλήρως αποδεκτό μέτρο για τον μισό πληθυσμό του πλανήτη, για το οποίο ο άλλος μισός να μην μπορεί να έχει πρόσβαση λόγω έλλειψης του κατάλληλου οργάνου. Μυστήρια πράγματα. Στο σύμπαν των ανεξερεύνητων πραγμάτων. Δίπλα στο άλλο σύμπαν. Που είναι κι ο κετσές ο δικός μου.

-δεν τούπες τίποτα ρε μαλάκα;

-του είπα

-τι;

-του είπα μήπως να το κοιτάξουμε λίγο το θέμα με κάναν ειδικό μήπως έχει κάνα πρόβλημα το υδραυλικό σύστημα

Ένα δευτερόλεπτο κοιταζόμαστε στα μάτια.

Αμέσως μετά μας κοιτάζουν όλοι. Κοιτάν δυο γυναίκες που γελάν τρανταχτά μέσ’ το μεσημέρι το σαββατιάτικο, μ’ όλο τον κόσμο γύρω, να πίνει καφέδες και τσίπουρα, να βγάζει βόλτες τα μωρά στα καροτσάκια, κι οι ρομά να παίζουν το σ’ αγαπώ γιατί είσ’ ωραία σ’ αγαπώ γιατί είσ’ εσύ. Κι όλα τα σύμπαντα να γυρνάν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Ερήμην και ανεξαρτήτως.

-πα να φύγουμε;

-φύγαμε!

ανεβαίνουμε στη μηχανή και χτυπάμε τον δρόμο.

Δε γαμιέται κι ο κετσές.

 

Της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο στις 30 Μαίου του 2015, εδώ

inagreece.gr

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s