Ένας άδειος τύπος

adeios_a-698x336

Έχει πέσει μπλοκάρισμα. Μπορεί να είναι και μάτι. Σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει. Είναι κι αυτά τα περιστέρια έξω, γεμίζουν το τόπο φτερά και πούπουλα και γουρ γουρ καλώ σε συνουσία καλώ σε συνουσία. Μου τρυπάν το μυαλό. Μπορεί να είναι και τ’ αυτί μου. Η φίλη μου λέει ότι το αυτί φωνάζει βοήθεια και να το πάω στο γιατρό. Θα πάω. Δεν έχω πάει ακόμα.

Είμαι ένας άδειος τύπος ξαπλωμένος στο κρεββάτι.

Όπως τότε που με κρατούσαν αυτοί και νόμιζαν ότι με είχαν συλλάβει. Κι εγώ τους την είχα κάνει κι είχα αποδράσει. Όλο τον κόσμο είχα γυρίσει. Χα! Κωνσταντινούπολη, ψώνιζα υφάσματα χρωματιστά με τη σουλτάνα στο καπαλί τσαρσί, Goa σ’ένα γάμο ινδουιστικό, στην αρκαδία έκρυψα ένα μωρό στο βουνό μέσα, στα πιό βαθιά δάση στη λατινική αμερική. Ψάχναμε τα μυστικά που είχε κρύψει η μάνα μου, κόρη του αρχηγού και ιέρεια της φυλής, πριν την εξαφανίσουν οι κονκισταδόρες. Είμασταν οι μοναδικοί επιζώντες της φυλής, εγώ, ο χουάν και η αουρελίτα. Δεν είχαμε τίποτα στα χέρια μας. Τα σημάδια τα βρίσκαμε ενώ πηγαίναμε. Στις φωλιές των πουλιών και στη σπηλιά της τίγρης.

Αυτοί κρατούσαν το σώμα. Ένα άδειο σώμα στο κρεββάτι. Το διαπίστωσαν σύντομα. Χτυπούσαν να συνεννοηθούν και δεν βρίσκαν κανέναν πίσω απ’ τα μάτια. Ήρθαν σε θέση δύσκολη. Παίρναν το σώμα το άδειο, του φορούσαν χειροπέδες, το φορτώναν στην κλούβα και το περιφέραν στους γιατρούς. Οι γιατροί τους διώχναν. Δεν ξέρουμε. Μη μας το ξαναφέρετε εδώ. Το άδειο σώμα. Είναι σκιαχτικό. Αυτοί το φυλούσαν όμως. Κι αφού το σώμα ήταν εξασφαλισμένο και κλειδωμένο, εγώ μπορούσα να φύγω. Κλείδωνα και τον πόνο στο κομοδίνο δίπλα. Δεν χωρούσε αλλά τον στρίμωχνα. Μια χαρά είχαμε διαχωριστεί. Κι έφευγα. Αν υποψιάζονταν αυτοί ότι με κάναν τέτοια εξυπηρέτηση, θα αυτοκτονούσαν.

Τώρα προσγειώνομαι στην πόλη. Μεσημέρι καλοκαίρι, έξω απ’ το ταχυδρομείο. Ενσωματώνομαι για λίγο και κοιτάζω τον δρόμο. Κτίρια από δω κι από κει κι ένα άνοιγμα άσπρο στο βάθος. Άνθρωποι, μηχανάκια, λεωφορεία, ποδήλατα, αυτοκίνητα. Η ζέστη βγάζει υδρατμούς απ’ την άσφαλτο και τα σώματα. Δροσουλίτες, κατεβαίνουν συντεταγμένοι προς τη θάλασσα. Ένας-ένας διαλύονται. Νερό στο νερό. Ο ήλιος καίει.

Αποφεύγω να βγαίνω τα πρωινά στη πόλη. Καμιά φορά δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς θα με πεις. Το παίρνεις απόφαση και βουτάς. Είναι όλοι τόσο γεμάτοι. Άλλος από έγνοιες, άλλος από αρρώστιες, από βάσανα, από υποχρεώσεις. Πολλοί είναι και παραφουσκωμένοι. Από αυτοσπουδαιότητα. Από λεφτά. Από ύφος. Που και που πάω και στα δικαστήρια. Έχει ενδιαφέρον. Μια φορά μέσα στην πλημμύρα του καφέ και γκρι κουστούμι κι ολίγον άσπρο εδώ στο στέρνο, μπαίνει στην αίθουσα ένα παραδείσιο πουλί. Κόκκινο μαλλί, πράσινα, ροζ και κίτρινα ρούχα, μπαμ έκανε το άξαφνο, το διαφορετικό. Κοιτάζω καλύτερα και διαπιστώνω μια σιωπηλή συνομιλία με τον εισαγγελέα της έδρας. Εκείνη την ώρα σκέφτηκα να το παρακολουθήσω αυτό το μυστήριο και έξω απ’ τα μέγαρα. Να τους ακολουθήσω και τους δυο . Ήθελα να δω αν θα πηδούσε ο εισαγγελέας με το καφέ κουστουμάκι καμιά μάντρα μέσα στη νύχτα για να κυνηγήσει και να πιάσει αυτό το παραδείσιο πουλί. Αλλά μετά βαρέθηκα. Ε όλο και κάποιος εισαγγελέας σ’ αυτόν τον κόσμο σκέφτηκα θα φιλάει που και που κάνα παραδείσιο πουλί. Αυτό είναι γαμάτα γεμάτο. Ε δεν με νοιάζει. Κι εγώ φίλησα. Κάποτε.

Τώρα είμαι ένας άδειος τύπος. Ούτε φιλί, ούτε πουλί.

Φοράω μια καμπαρντίνα μπεζ και μια ομπρέλα μαύρη κλειστή και βγαίνω μεσ’ τη νύχτα. Που είναι άδειοι οι δρόμοι. Κι άλλος ένας το κάνει αυτό στην πόλη. Αλλά αυτός φοράει και καβουράκι. Ήταν μυαλό, λεν εδώ. Πυρηνικός ή αστροφυσικός ή κάτι τέτοιο. Μέχρι που άρχισε να βγαίνει βόλτες στην πόλη τις νύχτες. Γυρνάω στις γειτονιές και κοιτάζω τις αυλές των ανθρώπων. Οι αυλές είναι αυτόνομοι αστεροειδείς ελεύθεροι στο σύμπαν. Φαντάζομαι πώς θα είναι ο άνθρωπος που φύτεψε αυτό το λουλούδι το μωβ και την βαλανιδιά στη γωνία. Έχει παιδιά, έχει όνειρα, τρων μαζί κάτω απ’ τη βαλανιδιά, λέει ιστορίες, αγαπάει το σώμα που ξαπλώνει δίπλα του τα βράδια; Είναι γεμάτος; Ή άδειος κι αυτός;

Θα φτιάξω ένα κίνημα. Το κίνημα της αδειοσύνης.

Θα πάρω ένα σπρέι και θα γράφω στους τοίχους ‘άδειος τοίχος’, ‘άδειος τύπος’,’άδεια εξίσωση’.

Δεν έχει χι, δεν έχει ψι, δεν έχει ωμέγα. Όλα πρέπει να τα βρούμε απ’ την αρχή. Απ’ το άδειο.

Ένας άλλος άδειος μου ψιθυρίζει ζουξουψου στ’ αυτί. Ίσα ρε. Δεν ψωνίζουμε πια. Μας τελείωσε. Πάνε να πουλήσεις εκεί που αγοράζουν.

Το κίνημα θα έχει αυστηρή διαλογή προσώπων. Με βάση αποκλειστικά την ιδεολογική καθαρότητα. Όχι, άντε, όποιος άδειος, μπαίνει, καλή ώρα. Χωρίς ιδεολογική καθαρότητα κίνημα δε γίνεται. Θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Και θα μείνουμε πάλι κάτι τύποι άδειοι μόνοι. Και σκόρπιοι.

Ενώ με την ιδεολογική καθαρότητα μπορεί να βγούμε και στο βουνό στο τέλος. Θα είμαστε ο Άδειος Στρατός. Θα την πέσουμε στους γεμάτους και θα τους αδειάσουμε τελείως.

Κάθομαι στο κρεββάτι κι είμαι ένας άδειος τύπος. Έχει πέσει μπλοκάρισμα, μπορεί να είναι και μάτι. Είμαι μια άδεια εξίσωση. Δεν έχει ούτε χι, ούτε ψι, ούτε ωμέγα. Θα πρέπει να τα εφεύρω όλα απ’ την αρχή. Απ’ το μηδέν. Εκείνο που με προβληματίζει είναι αν το μηδέν είναι ένας γεμάτος ή ένας άδειος τύπος.

 

της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο για πρώτη φορά στις 20 Ιούνη του 2015, εδώ

Ένας άδειος τύπος

in the photo: Loneliness In This World by George Grie

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s