Γκίνι βίνιτς*

gerontisa_a-698x336

Θέλω ν’αλλάξω χώμα σε τρία σπαθιά που έχω στην πόρτα μου και να τα βάλω όλα σε μία γλάστρα. Πήλινη και μακρόστενη. Ψάχνω για χώμα και όλοι μου δείχνουν το σούπερ μάρκετ. Ρε δε θέλω, θέλω χώμα. Καστανόχωμα. Με κοιτάν όλοι εκστατικά. Που να βρεις καστανόχωμα τώρα μου λεν και το βλέμμα τους φεύγει σα κάτι να τους θύμισε προς στιγμήν κάτι μακρυνό που είχαν ξεχάσει.

Μια φορά και ένα καιρό περνούσε ο γύφτος με το κάρο απ’τις γειτονιές και φώναζε “καστανόοοοχωμα”.

-που το θυμήθηκες τώρα αυτό; με λέει ο ταμίας που πλήρωνα εκείνη την ώρα στον οτε. Γελούσε.

-δεν περνάει τώρα ε;

-που να τον ακούσουμε μέσα στις πολυκατοικίες τώρα και να περνάει. Που δεν πιστεύω, μου κάνει. Και μην τον λες γύφτο, θα μας ακούσει κανένας και θα μας πουν ρατσιστές. Ρομά πες.

Στα κόλπα ο ταμίας.

-Ναι βρε δεν έχω αντίρρηση, αλλά τότε που περνούσε, δεν είχε ανακύψει το θέμα αυτό, και η γιαγιά μου μόλις τον άκουγε δεν με έλεγε τρέχα τρέχα πες τον ρομά να περιμένει έρχομαι, θέλουμε καστανόχωμα για τις τριανταφυλλιές. Τον γύφτο έλεγε, και δεν ήταν ρατσίστρια η γιαγιά μου στο υπογράφω.

Ωραία λοιπόν αφού είναι έτσι κι οι ρομά δε γυρνάν πια στις γειτονιές με το κάρο φωνάζοντας καστανόοοοχωμα και καστανόχωμα δεν βρίσκω, πάω για το χωριό. Όχι ακριβώς στο χωριό. Στα ριζά, πριν ανεβούμε στα βουνά. Στον φίλο μου τον νίκο. Και στην πόπη. Στη γη. Στη ρίζα.

Περνάω τον κάμπο, δεξιά τα μετέωρα. Κόσμος μαζεμένος, πάνω στη πέτρα ο προμηθέας καρφωμένος στο βράχο με αλυσίδες βαριές, γυναίκες με μαύρα μαντήλια στο κεφάλι του ρίχνουν πέτρες, δεν την θέλουν τη φωτιά, τον δικάζουν οι θεοί τον δικάζουν και οι άνθρωποι, ανάθεμα, να την πάρεις πίσω του φωνάζουν, βέβηλε, ανίερε, ιερόσυλε. Σα γνωστή μου φαίνεται η φάτσα του, στην τηλεόραση τον έχω δει δεν ξέρω, ελικόπτερα πετάν από πάνω σε σχηματισμό V, κοιτάζω κάτω τι να δω όλος ο κάμπος σπαρμένος χασίσι, ένα πανό τεράστιο που λέει εδώ είναι η κόλαση εδώ και ο παράδεισος κουφάλες αναρχία, κόσμος ξαπλωμένος σε σιωπηλή διαμαρτυρία ανάμεσα στα μοναστήρια, καπνοί καπνογόνα και κρότου λάμψης, ένα σύννεφο μαύρο, το μανιτάρι της χιροσίμα, χαμός.

Στο στόχο μου εγώ, πάω για το νίκο. Περασμένο μεσημέρι μαγιάτικο, στρίβω στα χωράφια με τα φρεσκοφυτεμένα καλαμπόκια, υβρίδια είναι, για να ταΐζουν τα ζωντανά, τα ξέρω εγώ αυτά, με τάχει πει η πόπη άλλη φορά, περνάω το ρέμα, ακούω το νερό, γκίνι βίνιτς μου λέει, γυρίζω απότομα, ο μπαμπάς ήταν αυτός, κάθε φορά που πιάνω βουνό είναι εκεί, μπαίνω στο δάσος με τις βαλανιδιές, φτάνω στη φάρμα. Φάρμα κανονική όχι εικονική. Που έχει λάσπες, που έχει μαντριά, που έχει μυρωδιές, που έχει μύγες και ζουζούνια, που έχει παίδεμα, που έχει την πόπη μ’ ένα χαμόγελο καρδιάς και μια αγκαλιά ανοιχτή στην πόρτα έξω, μη την κλείνεις μου λέει σε λίγο θα ‘ρθει ο νίκος με τα πρόβατα. Στην κατώφλι έξω απ’ το σπίτι κάθονται ο παππούς κι η γιαγιά. Ο Κώστας κι η Καλλιόπη.

Καλώς την, καλώς την.

Πρόσωπα σκαμμένα απ’ τη βροχή και απ’ τον ήλιο, ταγμένοι εδώ, ζυμωμένοι με τη γη αυτή που τους τρέφει και την τρέφουν, αυτή που τους γέννησε, αυτή που τους έζησε, αυτή και θα τους αγκαλιάσει. Όπως κάνει με τα δικά της παιδιά, κάτω απ’ τον πλάτανο, να φυσάει τ’ αεράκι, όχι σε κάποια σειρά ξεχασμένου μπετομάρμαρου.

Τα παιδιά διαβάζουν μέσα, έρχονται με χαιρετάν λίγο, φιλιά και ξαναφεύγουν, όπως πρέπει να κάνουν τα παιδιά, ο κόσμος στη θέση του.

-Να φτιάξω καφέ;

-Έφαγες;

-Να φτιάξω δυο αυγά, να κόψω μια ντομάτα; και λίγο τυράκι; και ψωμί ζύμωσα το πρωί. να φάμε λίγο.

Η πόπη. Της προσφοράς.

Ότι φτιάχνει ο τόπος, οι άνθρωποι και τα ζωντανά γύρω μας. Εκτός του καφέ, βέβαια. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Κόβω μια φράουλα απ’ το βαρέλι το κομμένο δίπλα. Γλυκιά που είναι η φράουλα απ’ το βαρέλι το κομμένο δίπλα. Όλος ο πλανήτης γλυκός τόπος γίνεται ξαφνικά.

Αυτοί ήταν οι άνθρωποι του πατέρα μου, οι φίλοι του, οι δικοί του άνθρωποι. Ερχόταν ο πατέρας σου συνέχεια μου λέει η καλλιόπη. Μας αγαπούσε. Ήταν και λεβέντης άνθρωπος. Και γελούσαμε. Όλο καλαμπούρια έλεγε και μας πείραζε, πώς κάνεις εσύ τώρα.

Μια φορά, μου λέει, είμασταν στο χωριό καλοκαίρι. Τα παιδιά ήταν μικρά και καθόμασταν βράδυ στη αυλή και τους έλεγα ένα παραμύθι για να κοιμηθούν. Ο πατέρας σου κατέβαινε απ’ τη σοφούλα, απ’ την ταβέρνα πάνω, κι εγώ δεν τον είχα πάρει χαμπάρι. Μ’ άκουσε που έλεγα το παραμύθι, ησυχία στο χωριό, κι έκατσε εκεί, πίσω απ’ την καρυδιά που ήταν εκεί έξω απ’ το σπίτι, ξέρεις, και μ’ άκουγε.

-Τι παραμύθι βρε καλλιόπη?

-Ε, τι παραμύθι. Ένα παραμύθι που έβγαλα εγώ απ’ το μυαλό μου εκείνη την ώρα. Και την ώρα που τελείωσα, τον ακούω πίσω απ’ την καρυδιά “και μετά; τι έγινε μετά βρε καλλιόπη;” ούι τάκη μ άκουγες όλη την ώρα? Άκουγα καλλιόπη άκουγα, με λέει.

“και μετά; τι έγινε μετά;”

“και μετά; τι έγινε μετά γιαγιά;” τα μεσημέρια η γιαγιά η δικιά μου είχε αυστηρή εντολή να με βάζει για ύπνο. Για μένα θανατική καταδίκη. Αφού με μάζευε απ’ τις αυλές με τα χίλια ζόρια, μ’ έπαιρνε στο ντιβάνι και μ’ έλεγε τραγούδια και παραμύθια για να κοιμηθώ. Κουρασμένη, στο τέλος την έπαιρνε ο ύπνος, εγώ γαρίδα το μάτι. Έβαζα τα χέρια και της άνοιγα τα μάτια, και μετά τι έγινε μετά γιαγιά;

Οι φράσεις, οι λέξεις, είναι συναντήσεις. Είναι σημάδια. Που μπαίνουν σε ανύποπτο χρόνο για να βρεθείς κάποια στιγμή, σε ανύποπτο χρόνο, μ’ αυτούς που αγάπησες, μ’ αυτούς που σ’ αγάπησαν, με ότι αγάπησες, με ότι τώρα λείπει. Και που όταν το ‘χες κοντά σου, δεν το άκουσες όλο. Δεν το άκουσες όσο θα ήθελες να το ‘χεις ακούσει, και τώρα δεν είναι πια εδώ.

Ή είναι;

-και τι έλεγε το παραμύθι ρε καλλιόπη;

-ε, τώρα, τι έλεγε το παραμύθι. Τώρα είναι μεσημέρι. Δεν τα λέμε τα παραμύθια μεσημέρι. Τα παραμύθια τα λέμε το βράδυ. Το μεσημέρι δεν είναι για παραμύθια. Είναι βαρύ. Είναι βαρετό. Να ‘ρθεις ένα βράδυ να κάτσουμε να το πούμε.

-Δεν το θυμάσαι ε;

-ε δεν το θυμάμαι με τις ίδιες κουβέντες. Δεν έλεγα και τίποτα μυστήριο. Τη δικιά μου ιστορία έλεγα. Να ‘ρθεις ένα βράδυ να στο πω.

Ήρθε κι ο νίκος με τα πρόβατα, πήρε ο ήλιος να γέρνει, για καστανόχωμα ήρθαμε, καστανόχωμα γίναμε. Πήρα το δρόμο για πίσω. Για την πόλη. Όταν έφτασα στα μετέωρα οι βράχοι αιωρούνταν ένα επίπεδο πάνω απ’ τη γη. Τους είχε τυλίξει το δειλινό κι είχαν ένα βλέμμα εκστατικό σα κάτι να τους θύμισε προς στιγμήν κάτι μακρινό που είχαν ξεχάσει. Αλλά που είχαν αγαπήσει. Κι ήταν όλα σιωπηλά. Κι ειρηνεμένα.

Βράδυ πια, την ώρα που πάω να κατεβάσω το καστανόχωμα απ’ το αυτοκίνητο, ένα χέρι πιάνει το χέρι μου “άστο” μου λέει “άστο σε μένα” . Χώνομαι στην αγκαλιά του. “μου ‘λειψες” του λέω

“σε περίμενα” μου λέει “ήξερα ότι θα το βρεις το καστανόχωμα που έψαχνες. Και τα σπαθιά το ήξεραν. Μου το ‘παν. Μόλις γυρίσει μου είπαν να έρθετε να μας βάλετε μαζί στο καινούργιο χώμα”.

“αύριο το πρωί τώρα αγάπη μου”

αύριο το πρωί.

Τα σπαθιά μας χάιδεψαν λίγο στα πόδια την ώρα που μπαίναμε στο σπίτι. Γελούσαν.

-Ξέρεις πώς τα λεν τα σπαθιά επιστημονικά; μου λέει.

-Πώς;

-Sansevieria trifasciata. Σου πάει νομίζω. Καλωσόρισες.

 

*Σημ. Γκίνι βίνιτς σημαίνει “καλωσόρισες” στα βλάχικα.

 

της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο για πρώτη φορά στις 6 Ιούνη του 2015, εδώ

Γκίνι βίνιτς*

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s