Η Λένα

fragkostafylla_-698x336

Η Λένα είναι παιδί μετεμφυλιακό. Όταν γεννήθηκε ζήτημα να ‘χε πέντ’ έξι χρονάκια που ‘χε τελειώσει ο εμφύλιος στη χώρα. Οι άνθρωποι κοιτούσαν να τα ξαναφτιάξουν όλα απ’ την αρχή. Όπως γίνεται πάντα. Σπυρί, σπυρί, ψίχουλο, ψίχουλο, μυρμήγκια επίμονα, η ζωή τραβάει την ανηφόρα, ακόμα και σε βομβαρδισμένο τοπίο, ή μάλλον, ιδίως σε βομβαρδισμένο τοπίο.

Η λένα έπαιζε στις αυλές με τον γιαννάκη, τον φίλο της. Παιδί ήταν.

Μετά ένα πρωί την ντύσαν, της δώσαν και μια σάκα κόκκινη καρώ, μεγαλύτερη απ’ το μπόι της, θα πας σχολείο τώρα της είπαν. Αυτή δεν ήθελε, ο γιαννάκης γιατί δεν πάει, ο γιαννάκης είναι μικρός. Εσύ είσαι μεγάλη. Πέντε χρονώ. Παπανδρεϊκό το σχέδιο, ο γέροντας της δημοκρατίας για. Τέλος. Αυτή δεν ήξερε τέτοια τότε. Δεν της άρεσε το σχολείο. Ήθελε να παίζει στην αυλή με τον γιαννάκη. Δεν της άρεσε η δασκάλα. Δεν της άρεσε η αριθμητική. Της πήραν ξυλάκια χρωματιστά να μάθει να μετράει, να μάθει πρόσθεση και πολλαπλασιασμό. Αυτή έφτιαχνε σπιτάκια και κήπους με τα ξυλάκια. Η μάνα της έκλαιγε, δεν θα μάθει ποτέ αριθμητική το παιδί. Ο γιαννάκης πήγε την άλλη χρονιά στο ίδιο σχολείο. Δεν έπαιζε όμως πια μαζί της. Έπαιζε με τα παιδιά της τάξης του. Ήταν κι αγόρι ξαφνικά. Προδοσία νούμερο ένα. Άλλαξε κι αυτή σχολείο κι έμαθε κι αριθμητική. Η τάξη αποκαταστάθηκε.

Τάξη! Τανκς τάξη. Ένα απόγευμα κλείσαν τα παντζούρια, κλειστήκαν κι αυτοί μέσα στο σπίτι, έξι τ’ απόγευμα, είναι τρελοί αυτοί οι μεγάλοι, απαγορεύεται η κυκλοφορία, η μάνα της φώναζε μα οι καραβανάδες θα κυβερνήσουν τη χώρα, πάψε της έλεγε ο πατέρας, θα χάσουμε τη δουλειά μας. Την άλλη μέρα το πρωί την πήραν μαζί τους στη δουλειά. Δώδεκα το μεσημέρι, όλος ο κόσμος κοιτούσε ακίνητος το δρόμο. Μπήκε κι αυτή ανάμεσα στα πόδια τους. Δυο αστυνομικοί κρατούσαν έναν άνθρωπο με δεμένα τα χέρια μπροστά με κάτι σιδερένιο, είδε την αναλαμπή στον ήλιο, και τον περνούσαν μπροστά απ’ όλη την πόλη. Ο βουλευτής της ΕΔΑ ψιθύριζαν μεταξύ τους ο κόσμος.

Κατά πως τα φέρνει η ζωή, που κεντάει δικό της υφάδι, ο ίδιος αυτός άνθρωπος, λίγα χρόνια μετά, κάποια στιγμή που τον είχαν αφήσει για να τον ξαναπάρουν, της χάρισε ένα βιβλίο. Τον Δον Κιχώτη. Έμενε σ’ ένα σπίτι πέτρινο παλιό κι έβαζε στο πικάπ κάτι δίσκους μικρούς, των 78 στροφών, μετά το ‘μαθε αυτό, με λαϊκά ρουμάνικα τραγούδια και τσαΐκόφσκι. Τη λίμνη των κύκνων. Ζωγράφισέ μου στο χαρτί αυτό που ακούς της έλεγε. Αυτή ήταν μικρή ακόμα. Ζωγράφιζε. Σπίτια και κήπους και πουλιά, αν θυμάται καλά.

-‘Λένα, εσύ είσαι, δεν το πιστεύω, τι κάνεις εδώ;’

-‘μπολιάζω τα δέντρα, μπολιάζω τον αέρα, απίστευτο;’

Αγκαλιαζόμαστε δυνατά. Αγκάλιασμα ολόκληρης ζωής. Είκοσι, τριάντα χρόνια; πόσα χρόνια έχουμε να ιδωθούμε; αγκάλιασμα αντοχής. Και είμαι ακόμα εδώ. Κι είμαι ακόμα ζωντανή.

Έχω πάει σ’ ένα χωριό στα βουνά να κάνω εκλογές, δικαστική αντιπρόσωπος κι έχω ζητήσει γραμματέα απ΄ τον πρόεδρο του χωριού, που δεν είναι πλέον πρόεδρος αλλά πώς αλλιώς να δουλέψει το χωριό, ο νόμος δεν δίνει εναλλακτική, απλά καταργεί και απαγορεύει, και ποιος έρχεται για γραμματέας; Η Λένα.

Τα μαλλάκια της γκριζαρισμένα αλλά είναι εδώ, μπροστά μου, όρθια και υγιής. Όχι όπως την είδα τελευταία φορά στο ντόλτσε, να κοιμάται όρθια, να κοιτάζουν όλοι, να προσπαθώ να την σηκώσω από κει κι αυτή να γελάει εκείνο το τραγικό σαρκαστικό για όλους και για όλα και να μη κουνάει. Έφυγα τότε κλαίγοντας, την άφησα στη μοίρα της, την είχα για πεθαμένη. Κράτησα μέσα μου εκείνο το κορίτσι με τα καστανοκόκκινα κατσαρά ατίθασσα μαλλιά και τα αστραφτερά μάτια, που είχαμε βρεθεί φοιτήτριες στο popeleven, σ’ ένα θαυμαστό καινούργιο κόσμο, που ανακαλύπταμε μουσικές και βιβλία κι ήμασταν ερωτευμένες με όλους και με όλα. Με τους σουρρεαλιστές και τους επαναστάτες, με τους αναθεωρητές και τους καταραμένους. Με τον marley και τους pink floyd, τον μόρισον , το take five του μπρούμπεκ, τα μπλούζ , τον μάη του ’68 και τον ρόρυ. Γιατί ότι είχε ζήσει η ευρώπη και η αμερική σε διάρκεια είκοσι και τριάντα χρόνων εμείς έπρεπε να το βιώσουμε σε ένα λεπτό. Σε ένα λεπτό.

-‘πώς; τι; τι κάνεις εδώ; ψελλίζω

-‘φτιάχνω μαρμελάδες από φραγκοστάφυλο, φυτεύω ντομάτες, μπολιάζω τα δέντρα του χωριού, μου το ‘μαθε ένας μπάρμπας, διαβάζω και πιάνω τις κορφές μόλις πλαντάζω’ μου απαντάει και γελάει. Είναι η φίλη μου, εκείνη η ίδια.

-‘καθαρή;’ τη ρωτάω, αν και το βλέπω στα μάτια της, έτσι, για να πιάσω το νήμα.

-‘τώωωωρα; εδώ και καιρό. Όση αξία μπορεί να έχει ο καιρός’

-‘ευρώπη τέλος;’ τη ξαναρωτάω πονηρά σκεφτόμενη, με στοχευμένη διπλή έννοια. Μία, για κείνο το όνειρο το παλιό, λονδίνο, παρίσι, άμστερνταμ και βερολίνο και μία για τη φάση που βρίσκεται σήμερα η χώρα. Να φύγουμε απ’ την ευρώπη ή να την πάρουμε μαζί μας κι άει στην ευχή πια για ευρώπη;

-‘Η τελευταία φορά ήταν στο άμστερνταμ’ μου λέει. ‘ξέρεις τότε που είχα κάνει το θεσσαλονίκη άμστερνταμ, άμστερνταμ θεσσαλονίκη κυψέλη παγκράτι. Κάποια στιγμή κοιμάμαι όρθια μέσ’ τον παγωμένο αέρα έξω απ’ το σέντραλ στέισιον. Και δεν μ’ αφήνουν ούτε σε μια γωνιά να κουρνιάσω, δεν είναι ξενοδοχείο ο σταθμός μου είπαν, κι αν είχαν φάει λεφτά τα ξενοδοχεία τους κι όλα τα παρανόμιμα εμπόριά τους. Φορτηγά γιούρος. Κι εκεί στη μέση της παγωμάρας, ένας βαρδάρης άγγελος μου κουνάει το μυαλό, μια μυρουδιά από ελιά στον παγασητικό με ξύπνησε, ρε θ’ αφήσεις τα κοκκαλάκια σου στον ξένο τόπο μου φωνάζει, σήκω φύγε, πάνε στην πατρίδα να σε γιάνει ο ήλιος. Ξεκουνιέμαι, κανονίζω και μου στέλνουν εισιτήριο αεροπορικό, παίρνω το λεωφορείο για αεροδρόμιο. Με παίρνει η φίλη μου η μαρτσέλλα, ιταλίδα, χρόνια στο άμστερνταμ, φεύγω της λέω, δεν θα με πεθάνουν εμένα αυτοί, μπράβοοο ρε λένα μου λέει, μπράβο, καλά σε είδε ο μάικλ να περιμένεις για λεωφορείο με την τσάντα. Ο μάικλ, ο σύντροφος της μαρτσέλλας, απ’ το σούριναμ. Το σούριναμ ήταν αποικία ολλανδική. Μόλις κέρδισαν την ανεξαρτησία τους, σηκώθηκαν όλοι και φύγαν απ’ τη χώρα και πήγαν άμστερνταμ. Είχαν κι ένα αστείο που λέγαν’ μεταξύ τους, έλεγε ο μάικλ, ο τελευταίος που θα φύγει απ’ τη χώρα να κλείσει την πόρτα. Πήγαν άμστερνταμ και γίναν’ ντιλέρια του παρανόμιμου εμπόριου της ισχυρής χώρας, να απολαύσουν τα οφέλη του καπιταλισμού. Τέλος πάντων, μπαίνω στο λεωφορείο και μου λείπουν είκοσι λεπτά απ’ το γαμοεισιτήριο του λεωφορείου. Ανένδοτος ο οδηγός. Βρε τι με το καλό τι με το άγριο, φέρνει τους μπάτσους. Το λεωφορείο γεμάτο μάσκες ανέκφραστες. Αρχίζω και βρίζω ελληνοπρεπώς και ω του θαύματος, σηκώνεται κάποιος και μου δίνει στο χέρι είκοσι λεπτά. Μίλα ρε άνθρωπε μου λέει. Υποχώρησαν οι ολλανδοί με το γνωστό βλέμμα ψυχρής υποτιμητικής ευγένειας. Αφού πήραν και τα είκοσι λεπτά. Ε δεν είναι λογικό κάπου απέναντι σ’ αυτό το βλέμμα να υπάρχει το βλέμμα της ισοπεδωτικής αυτοκαταστροφής. Λογικό δεν είναι; ‘

-‘με ρωτάς; ε δεν είναι μόνο άσπρο μαύρο η κατάσταση’

-‘καλά λες. Γίνομαι άδικη. Υπάρχουν και καλά παιδιά. Μόνο που τα καλά παιδιά δεν την τρων τη φόλα. Μπορεί να μαγεύονται απ’ αυτούς που την τρων αλλά κάθονται παράμερα και φτιάχνουν τη ζωή όπως την ξέρουμε. Γλυκιά και πικρή, αλλά ζωή. ‘

‘να το πάρω σαν καρφί αυτό;’

-‘όχι ρε’ γελάει ‘δεν είναι καρφί. Είναι πραγματικότητα. Έτσι πρέπει να γίνει, έτσι χρειάζεται να γίνεται και έτσι γίνεται. Μια χαρά γίνεται κι είναι θαυμαστό’

Μ’ αρέσει να την ακούω. Δεν την χορταίνω. Μου ‘λειψε τόσο πολύ. Και το θυμωμένο της και το αντιδραστικό της. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Και δεν χρειάζεται κιόλας.

-‘μετά τι έγινε;’ τη ρωτάω

-‘μετά με ξεσκίσαν στο αεροδρόμιο, είχαμε γίνει γνωστοί βλέπεις με τόσο πήγαινε έλα, ψάχναν το βρακί μου μην έχω τίποτα, μάλλον κατάλαβαν ότι είναι η τελευταία μου. Και η τελευταία τους. ‘

-‘Και τώρα τι κάνουμε;’ την ξαναρωτάω

-‘σα χώρα εννοείς;’

-‘ναι’

-‘άκου να δεις. Θα σε πω πώς το βλέπω εγώ. Μπορεί το αδίκημα να είναι κατασκευασμένο και ψεύτικο, αλλά εμάς μας πήραν. Μας δέσαν, μας σηκώσαν πώς το λεν. Τώρα θα βγάλουμε και τούφα και πρόγραμμα απεξάρτησης. Και ξέρεις πώς είναι τα προγράμματα απεξάρτησης’

-‘όχι, δεν ξέρω’

-‘ε γι’ αυτό σου λέω εγώ που ξέρω. Άλλος το βγάζει σε τρία χρόνια, άλλος σε πέντε, άλλος σε δώδεκα, άλλος ποτέ, άλλος το πιάνει, τ’ αφήνει, το πιάνει, τ’ αφήνει και δεν τελειώνει καμιά φορά. Εξαρτάται απ’ το πρόσωπο. Κι επειδή είναι γνωστά αυτά τα πράγματα, το προσωπικό είναι και πολιτικό και τούμπαλιν κι έτσι, ψυχή βαθιά φιλενάδα’

Η λένα. Η φίλη μου από έναν άλλον κόσμο, παλιό. Απ’ τα φοιτητικά μας χρόνια. Που έπεσε απ’ τον ουρανοξύστη με το κεφάλι και στάθηκε στα πόδια.

‘πα να φέρω μαρμελάδα φραγκοστάφυλο απ’ τα χεράκια μου’ μου λέει ‘και λίγο ψωμί ζυμωτό να στυλώσουμε να βγάλουμε τη μέρα, εντάξει;’

Πήγε ήρθε σα πουλί.

Καθίσαμε εκεί, στο εκλογικό κέντρο, ψηλά στα βουνά και τρώγαμε από μια φέτα ζυμωτό ψωμί με μαρμελάδα φραγκοστάφυλο. Ο ήλιος ανέβαζε μια καινούργια μέρα. Μια άλλη μέρα. And frankly my dear, I know now when to give a damn and when not.

της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο για πρώτη φορά στις 19 Ιούλη του 2015 εδώ

Η Λένα

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s