Κι ήτανε μέρα σεπτέμβριος

thalassa_a-698x336

‘Δε φταίω για όσα έζησα

φταίω για όσα φαντάστηκα

για όλα τα φανταστικά’

Μαρία Μήτσορα

Πέφτει τραγούδι, I shot the sheriff but I didn’t shoot the deputy και τα παίρνω. Ρε συ μπομπ παλιόφιλε με δίνεις στεγνά. Δεν με νοιάζει αν ομολογείς το δικό σου κομμάτι, you shoot the sheriff, ok, είναι αυτό που δεν ομολογείς, είναι αυτό που αρνείσαι που αφήνει ανοιχτό το θεματάκι. Γιατί όλος ο κόσμος τώρα αναρωτιέται ‘who the fuck shot the deputy then?’ Και είναι γνωστό στα υπόγεια κανάλια του έρωτά μας ότι I shot the fuckin deputy. Που μοu ‘ρθαν εκεί μεσ’ τη νύχτα, εκεί που ήταν να παραδώσουμε το φορτίο, ήσυχα και καλά , στα σύνορα στο μεξικό, με τις σειρήνες να ουρλιάζουν και τους προβολείς να αναβοσβήνουν και μαγκιά πατημένα τα φρένα μεσ’ τη σκόνη σταματήσαν μπροστά μας, τα χέρια δίπλα στα περίστροφα ‘μάγκες, θέλουμε μερτικό’. Αυτόματα κελαηδήσαν τ’ αυτόματα, ούτε να κοιταχτούμε δεν προλάβαμε, πάρτε το μερτικό σε σφαίρες ρε κουφάλες, ‘μάγκες’ , θυμάσαι ρε παλιόφιλε μπομπ; γιατί ξηγιέσαι τώρα; Και φύγαμε με τα γκάζια τσίτα, θυμάσαι ρε παλιόφιλε, γέλιο δυνατό μέσ’ την έρημο, πήραμε και τα φράγκα. Σετ. Και ματς.

Εγώ εξαφανίστηκα τότε με τον Μάνο στον Ψηλορείτη. Σε κάτι σπηλιές μαζί με έξι παππούδες που έχουν μείνει εκεί απ’ το ’45. Ανάψαμε τη μεγάλη φωτιά να εξαγνίσουμε το αίμα που έπεσε στη γη. Οι δολοφονημένες ψυχές μπορούν να σου στοιχειώσουν τη ζωή.

Έτσι, ύστερα, κάθε μεσημέρι παίρναμε τις απόχες και κυνηγούσαμε πεταλούδες. Στο δάσος με τα πεύκα και τους κέδρους. Οι νεκρές πευκοβελόνες αναστέναζαν ευχαριστημένες κάτω απ’ το βάρος των κορμιών μας, ίδρωναν και μπλέκαν στα μαλλιά μας, ξαναζούσαν απ’ την αρχή. Το κύμα ακολουθούσε την κίνηση την δικιά μας πάνω στην άμμο, επιτέλους κάποιος σ’ αυτό τον κόσμο συγχρονίστηκε στον ρυθμό μου αναστέναζε. Όταν μας έπαιρνε ο ύπνος στο απόκαμα, αν κάποιος έστηνε αυτί κι αφουγκραζόταν θα άκουγε τον ήχο της γης καθώς περιστρέφεται γύρω απ’ τον άξονά της.

Ύστερα, στο πρώτο φεγγάρι αρρώστησε ο πρώτος γέροντας. Σήκωσε πυρετό την ώρα που η σελήνη ήταν στο πιο γεμάτο της και μέχρι το πρωί με μια ανάσα, έφυγε.

Στο άλλο φεγγάρι ο δεύτερος γέροντας τα ίδια.

Κάτι ή κάποιος σκοτώνει τους γέροντες.

Παραφύλαξα τις μαύρες νύχτες και σε είδα. Εσύ ήσουνα.

Σε είδα να κόβεις μια μπούκλα απ’ τα γκρίζα τους κατσαρά μακρυά μαλλιά και να τους κλέβεις την πνοή.

Βασανίστηκα πολύ αλλά δεν είχα άλλο χρόνο. Το φεγγάρι γέμιζε ξανά κι όλες οι πεταλούδες πέταξαν σμάρι προς το βορρά.

Κράτησα μόνο μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου.

Και στην τρίτη πανσέληνο, ότι είχε μείνει από σένα το ‘καψα στη μεγάλη φωτιά. Τις στάχτες σου τις ντύθηκα, μπήκα στο αιγαίο, τις ξέπλυνα και ξαναβαπτίστηκα.

Έφτασε το σήμα και στην Αριάδνη, ξέρει εκείνη από προδότες, άναψε σε απάντηση μεγάλη φωτιά μπροστά στην πορτάρα.

Για να εξαγνιστεί το αίμα που έπεσε στη γη. Να φύγουν για πάντα οι δολοφονημένες ψυχές.

Άμα τυχόν συναντηθούμε ξανά, καλά θα κάνεις να θυμάσαι. Σε σκόρπισα στον άνεμο κι αν χρειαστεί θα το ξανακάνω.

I fuckin shot the deputy. Again.

If I am quilty I will pay.

Θα με δικάσει ο κούκος και τ’ αηδόνι.

της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο για πρώτη φορά στις 5 Σεπτέμβρη του 2015 εδώ

Κι ήτανε μέρα σεπτέμβριος

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s