Τάγκο αρτζεντίνο

 

podhlato1-698x336Είναι κάτι φορές, δεν ξέρω αν σου συμβαίνει και σένα, κι εκεί που περπατάω, πέφτω πάνω σε ξένες χώρες. Δεν έχω πάει, δεν τις ξέρω και δε με ξέρουν, πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον, έτσι ξαφνικά κι απροειδοποίητα, άγνωστα μέρη με ταξιδεύουν για λίγο και μετά χωρίζουμε. Τα πιο ωραία μου ταξίδια. Δεν χρειάζονται ούτε εισιτήρια, ούτε πλοία, ούτε αεροπλάνα, ούτε αποχαιρετισμοί, ούτε καλωσορίσματα. Με πεθαίνουν όλα αυτά όταν χρειάζεται να τα κάνω.

Μια φορά στη δονούσα, βρέθηκα στην παραγουάη. Ξερολιθιά, η μια πέτρα πάνω στην άλλη, πέτρινη στάνη άδεια στο πουθενά, την έχει εξαγνίσει ο ήλιος και πιο πέρα δεμένη μια μαύρη κατσίκα. Σεληνιακό. Αλλού.

Προχτές κατεβαίνω την ιερά ταφική οδό, το σακίδιο στην πλάτη, κεραμεικός, αρχαίος και νέος αντάμα, βράδυ μαγιάτικο, πάντα αγαπούσα αθήνα τη νύχτα, σκέφτομαι το φίλο, πώς μου τη δίνει ώρες ώρες κι αυτός κι η δηθενιά γύρω γύρω, πότε έκλαψε ο νίτσε και ο σοπενάουερ λέει, λέει κι αυτός τα δικά του. Μετά σκέφτομαι την άλλη, σ’ ένα δωμάτιο στις κυκλάδες να κλαίει μια αγάπη, κι ένα παιδί μόνο, πάω λίγο δίπλα της, δεν της λέω τίποτα γιατί ξέρω. Το κλάμα είναι μυστήριος τύπος, σε θέλει αποκλειστικά δικιά του, άμα δε σε λιώσει να σε κάνει νερό, δεν ησυχάζει. Μετά ξυπνάς, φοράς μαύρα γυαλιά γιατί τα μάτια έχουν γίνει βρυκόλακες και καίγονται στο φως, και βγαίνεις στον κόσμο. Λίγο σαν τον μπαμπουίνο, με τα χέρια να σέρνονται με τις ράχες στον δρόμο και τις παλάμες προς τα πάνω, αλλά βγαίνεις παρόλα αυτά. Είναι βάσανο είναι και βάλσαμο. Όπως όλα. Τι να κάνεις; είναι και το παιδί. Γίνεσαι γενναία. Και ξαφνικά σκάω στο μπουένος άυρες. Caminito mi amor. Ζευγάρια χορεύουν τάγκο σε μια πλατειούλα στην άκρη του δρόμου, στα ηχεία ο Κάρλος Γκαρντέλ σενιόρας ι σενιόρες. Βρίσκω φίλο, παντού υπάρχουν έλληνες, είναι γνωστό αυτό, ένας τρελός μου λέει. Στήνει δυο ηχεία κι έναν υπολογιστή και χορεύουμε τάγκο. Μια φορά τη βδομάδα. Ό,τι χρειάζεται ο κόσμος, ρε φίλε, του λέω, ένα τρελό, δυο ηχεία κι ένα τάγκο.

Σταματάω στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα.

-τι γίνεται, καλά;

-τι να γίνει θάνατος. Θάνατος αργός

-γιατί ρε φίλε;

-ρε οι προηγούμενοι ήταν κλέφτες. Αυτοί είναι ανίκανοι. Δεν γίνεται τίποτα. Θάνατος σου λέω. Πεθαίνουμε.

Είναι θυμωμένος, στην ελλάδα είμαστε, η στωικότητα είναι μια παλιά ξεχασμένη ιστορία, δεν θέλω να το πάρω τώρα εγώ αυτό, θέλω να μείνω στον caminito.

Μπαίνω στο ταξί για φάληρο, κάποιο μαγνήτη πρέπει νa ‘χω. Ταξιτζής και περιπτεράς. Οι κορυφαίοι του χορού στην σύγχρονη μετάφραση. Είναι που κυβερνάν οι Σκοτεινοί τώρα μου λέει. Αυτός ο πόλεμος γίνεται από τότε που γεννήθηκε η ανθρωπότητα στη γη. Οι Σκοτεινοί κατάγονται απ’ τον Κρόνο. Οι Φωτεινοί απ’ τον Δία. Μου λέει. Έχει και ταξίδι στο χρόνο για μερικούς σκέφτομαι. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο και για πολλά χρόνια είχαν νικήσει οι Φωτεινοί. Ο ωνάσης ήταν απ’ αυτούς. Χρηματοδοτούσε μεγάλους έλληνες επιστήμονες, είχαν φτιάξει ένα εργαστήριο στα βάθη του ειρηνικού. Τον σκοτώσαν είδες, κι αυτόν και τον γιο του. Τον αφανίσαν. Τώρα κυβερνάν αυτοί. Κι οι Φωτεινοί είναι αδύναμοι.

Η φίλη μου με κοιτάζει καλά καλά. Το βλέπω στα μάτια της. Νομίζει ότι φτιάχνω ιστορίες. Ρε αλήθεια σου λέω. Νομίζω ότι έχουν μαζευτεί όλοι οι θεοί μαζί, ό,τι έχει φτιάξει η ανθρώπινη φύση ανέκαθεν και μας κάνουν πλάκα σου λέω. Μας παίζουν τόμπολα, μας παίζουν στα ζάρια. Βάλτε κύριοι, μπρος πίσω, τα βλέπω σου λέω.

Παραδίπλα ο άλλος βράζει σ’ ένα καζάνι το δηλητήριο του παραισθησιογόνου βάτραχου. Ο βάτραχος κάθεται δίπλα αποκαμωμένος απ’ την έλλειψη του δηλητήριου που τοy ‘χει πάρει και τον κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα. Έλα μου λέει με μια εισπνοή θα συναντήσεις το φως που σε γέννησε. Είμαστε στην κορφή του μάτσου πίτσου και δεν μπορώ να πάρω ανάσα όχι εισπνοή. Κοιτάζω καλύτερα κι είναι ο καστανέντα ο ίδιος, όπως ακριβώς τον είχα φτιάξει μικρή. Δεν είναι νύχτα κατάλληλη αυτή του λέω, εσύ θa ‘πρεπε να τα ξέρεις καλύτερα αυτά. Το φεγγάρι νύχι και μέχρι να φτάσουμε στην έρημο για τον επόμενο βάτραχο θα ξημερώσει. Η μάνα μου θέλει να της βάψω τα μαλλιά κι είμαι πολύ μακρυά απ’ το σπίτι. Too far away from home love, την κάνω κaι hasta la vista babe. Ανεβαίνω στο ποδήλατο και φεύγω.

Δίπλα στις παλιές φυλακές, στην ‘ωραία θέα’ δυο-τρεις παρέες, λευκά μαλλιά βλέπω, σιγανές κουβέντες, μια μανόλια με ζαλίζει, μέσα απ’ το μαγαζί ίσα που ακούγεται ο μπιθικώτσης ‘αύριο πάλι, αύριο πάλι θα ‘ρθω να σε βρω, κρίμα που δε με πιστεύεις κρίμα που δεν ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ’.

Ξημερώνει κι ακούω από δίπλα απ’ το ωδείο κάποιον να παίζει το fur elise μάθημα. Ο ήλιος στεγνώνει δυο μπλούζες κι ένα παντελόνι που είναι κρεμασμένα στο σκοινί. Παφ the magic dragon aέρας εξανεμίζονται όλα. Σκοτεινά και φωτεινά.

Ουφ τι νύχτα!

Καλημέρα λέω στην πίνδο απέναντι. Άντε μη σκεφτώ τον Άρη τώρα να κατεβαίνει καβάλα στ’ άλογο κι αρχίσω απ’ την αρχή. Γιατί εκτός απ’ τους τόπους, έχει και ταξίδια στο χρόνο. Για μερικούς. Αύριο πάλι. Αύριο πάλι θα ‘ρθω να σε βρω. Κρίμα που δεν με πιστεύεις. Κρίμα που δεν ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ.

της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο για πρώτη φορά στις 23 Μάη του 2015 εδώ

Τάγκο αρτζεντίνο

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s