Τα μαντήλια

manthlia_-698x336

-Ρε νάσιο θα ‘ρθεις να φτιάξουμε τη στέγη;

-γιατί τι έπαθε;

-έχουν φύγει κάτι κεραμίδια στην άκρη και θ’ αρχίσουν να μπαίνουν οι νυχτερίδες και τα περιστέρια ρε φίλε

-πα να δούμε

-κεραμίδια να βρούμε

-Θα βρούμε. Μην μου στενοχωριέσαι.

Κοιτάζω το σπίτι. Σκέφτομαι όλα τα σπίτια της ζωής μου. Απ’ το πρώτο, το φτωχό, με τα δυο παράθυρα στο δρόμο και το σκαλάκι μπροστά στην πόρτα, την αυλή πίσω που άνοιγε σε άλλες αυλές μέχρι πέρα στο σπίτι της θειaς μου με τον κήπο γεμάτο λουλούδια και τη διαμασκηνιά στη άκρη. Τώρα η θειa μου δεν υπάρχει και το σπίτι πεθαίνει κι αυτό, ένα ράγισμα κάτω απ’ το παράθυρο χάσκει, η δαμασκηνιά κομμένη, τα αγριόχορτα έχουν νικήσει ότι ήταν κάποτε κήπος. Και το δικό μας, δικό μας.. με το νοίκι, ποιος είχε τότε δικό του σπίτι, αλλά ήταν δικό μας. Και είναι ακόμα. Στην καρδιά. Τώρα είναι πολυκατοικία. Γκρι μπεζ. Εκρού. Του νεκρού. Αναρωτιέμαι που να πήγε το μεγάλο μαύρο φίδι που περνούσε που και που τα καλοκαίρια αργά αργά και χάνονταν κάπου στο υπόγειο κι η γιαγιά έλεγε μη φοβάσαι, δεν το πειράζουμε αυτό. Είναι το θεμέλιο του σπιτιού.

Κι ύστερα άλλα σπίτια. Πολλά. Σπίτια φοιτητικά, σπίτια φιλικά, σπίτια που στέγασαν έρωτες, σπίτια στη θάλασσα, σπίτια στις πόλεις του κόσμου, σπίτια καταφύγια. Το υπόγειο στην γ’ σεπτεμβρίου, με τον μόρισον στον τοίχο και τη ζωγραφιά απ’ της μπαέζ τον δίσκο που είχα ζωγραφίσει στο παράθυρο, ένα κορίτσι ν’ απλώνει τα χέρια στον ήλιο. Άπατο πήγε και το σπίτι και ο έρωτας, η ζωή μπήκε ορμητική και πολύχρωμη, αυτή είναι κι η ομορφιά της εξάλλου. Κι εγώ απλά ήθελα να ζήσω, να τα δω όλα, να τα διαβάσω όλα, να τα τραγουδήσω όλα. Μέχρι τη σοφίτα στον πέμπτο στην τούμπα, που ζωγράφιζα μόνη τους ξένους τοίχους πορτοκαλιούς με μια μπορντούρα από ιππόκαμπους γαλάζιους γύρω γύρω, κι έτρεχε ο τίγρης στην άδεια βεράντα διαδήλωση με απαίτηση σθεναρή να τον κατεβάσω πίσω στην αλάνα να συναντήσει τη συντρόφισά του, τη γάτα που είχε αγαπήσει.

Μέχρι που μπήκαν οι μπάτσοι κι άμα το σπίτι είναι πατημένο δεν σε κρατάει πια. Πρέπει να φύγεις. Κι έφευγα. Από παντού.

Και πάντα γυρνούσα σ’ αυτό. Στο σπίτι που φτιάξαν οι γεννήτορες. Μεσημέρι καλοκαίρι κι έφτασα ήσυχα, έπιασα το καμπανάκι της εξώπορτας μη χτυπήσει και τους ξυπνήσω, κι έκατσα στο πλατύσκαλο δίπλα στα βασιλικά. Τα βασιλικά γείραν πάνω μου, ένα απαλό χάδι στο μπράτσο. Κάτσε να πάρεις ανάσα μου ‘παν. Κατάλαβαν μάλλον ότι ερχόμουνα απ’ τον πόλεμο. Τον πόλεμο που μαίνεται πάντα έξω απ’ το σπίτι.

Κρατάς πάντα ένα κομμάτι γης αμόλυντο, ένα ιερό. Για σένα. Να ‘ναι γη κι όχι αέρας. Κι ας είναι μόνο μέσα σου. Αλλά να ‘ναι ιερό.

Κι επειδή ο ίσκιος που κουβαλάει ο άνθρωπος μιλάει πιο πολύ απ’ τον ίδιο, πριν προλάβω να τους φωνάξω, βγήκε η μάνα και ο πατέρας μ’ αγκάλιασαν και μπήκαμε μέσα.

Τώρα το κοιτάζω και αναρωτιέμαι αν θα μπορέσω τουλάχιστον να κρατήσω ζωντανό ότι μου παραδόθηκε. Πόσα ξέχασα και πόσα δεν έμαθα δεν ξέρω. Είμαι εδώ όμως, δεν είμαι;

Παίρνω ένα τσίπουρο, δυο ποτηράκια, κόβω μια ντομάτα, δυο ελιές και λίγο ψωμί και πα’ ν’ ανεβώ στα κεραμίδια να κεράσω τον νάσιο που φτιάχνει τη στέγη. Πάμε να δούμε τον κόσμο από ψηλά. Έχει άλλη νοστιμιά. Κι άμα είσαι με φίλο, διπλή.

-Τι έγινε μάστορα; τη σώνουμε τη σκεπή;

-κάτσε μου λέει να σε πω μια ιστορία γιατί είσαι μικρή και δεν θυμάσαι.

Παλιά όταν έφτιαχνε ο κόσμος σπίτι κι έφτανε στη στέγη η δουλειά, και τελείωνε το τσιατί, λίγο πριν μπουν τα κεραμίδια, φτιάναν γιορτή. Τα μαντήλια.

– …

-Απ’το πρωί κάθονταν ο μάστορας καβάλα στο μαχιά ψηλά κι άρχιζε να κοπανάει με το τσιόκι το ρόζο στο μαδέρι.

– γιατί στο ρόζο;

-ε πού; στο μαλακό του ξύλου θα χτυπούσε; στο ρόζο πάνω κοπανούσε για να κάνει αντίλαλο και να ακούγεται. Κι άρχιζε να φωνάζει ‘σήμερα έχουμε μαντήλια στο σπίτι του κίτσιου της μαριγούλας πιχί. Είχαν βάλει από πριν ένα σταυρό απ’ τη μιά μεριά κι ένα σταυρό απ’ την άλλη πάνω στη σκεπή κι έδεναν ένα σύρμα. Κι έρχονταν ο καθένας απ’ το χωριό μ’ ένα δώρο. Κυρίως μαντήλια. Και τα πιάναν πάνω στο σύρμα. Και φώναζε ο μάστορας ‘ο νάσιος του γκούλη έφερε ένα μαντήλι για το καλό και για καλορίζικο για το σπίτι του κίτσιουουου’. Και νταγκ νταγκ το τσιόκι στον ρόζο.

Και ‘καλωσόρισε το δώρο, το μπαξίσι τσι γιαννούλας του χρυσ’κού για το σπίτι του κίτσιουουου’. Και νταγκ νταγκ νταγκ το τσιόκι στον ρόζο. Κι αυτοί απαντούσαν ‘καλορίζικα και να ζήσει να το χαρεί το σπίτι του νοικοκύρη’

Ό,τι είχε ο καθένας έφερνε. Άλλος μαντήλι, άλλος ποδιά, άλλος πετσέτα, άλλος σώβρακο. Στο τέλος ένα σωρό χρωματιστά πανιά ήταν κρεμασμένα στη σειρά ψηλά πάνω στο σύρμα. Μετά κάθονταν και τρώγαν όλοι μαζί. Κερνούσε ο νοικοκύρης την κότα που είχε σφάξει για να στεριώσει η στέγη.

-σφάζαν και για την στέγη;

-ναι. Κότα για τη στέγη, γουρούνι για τα θεμέλια. Ραντίζαν με το αίμα και μετά τα μαγειρεύαν.

-Όλοι; πλούσιοι και φτωχοί;

-Α δεν είχε τέτοια. Όλοι φτωχοί είμασταν τότε. Και μετά το φαΐ, ρίχναν και κάνα χορό. Για το καλό.

Κάτι στιγμές, απροειδοποίητα, ανάβει ένα φως απότομα, μια αίσθηση σα να ‘χεις ζήσει ξανά το ίδιο πράγμα σε άλλους χρόνους, σε άλλους τόπους, στους ίδιους τόπους, στους ίδιους χρόνους, παντού και πάντα, αέναα και ενιαία. Εκεί που έδεσες το κορδελάκι στην ιερή βελανιδιά ζητώντας απ’ τον θεό Απόλλωνα καλοτυχία, μετά στην ρώμη και στην αίγυπτο και στην σκωτία και στην ιρλανδία και στην αφρική και στην ινδία. Στο θιβέτ και στα μετέωρα που κρέμασες σε μαντηλάκι τη βαθιά σου επιθυμία, την ευχή, τον πόνο, τον καημό σου και την άφησες στον αέρα να την ακούσει η συνεχής ροή του χρόνου και του κόσμου.

-έλα, τι έπαθες τώρα; εγώ δεν σε είπα την ιστορία για να στενοχωρηθείς

-όχι βρε νάσιο, δεν στενοχωρέθηκα. Ώρες ώρες με συγκινεί βαθιά ο αγώνας των ανθρώπων σ’ αυτή τη ζωή , είναι τόσο… δεν είναι;

-ναι ώρες ώρες είναι. Άλλες ώρες δεν είναι. Βάλε ένα τσίπουρο τώρα.

Μ’ αρέσει να με γειώνουν οι φίλοι μου. Με επαναφέρει απ’ το ονειροπαρμένο που παθαίνω ώρες ώρες.

-πίναν και τα μαστόρια τσίπουρο τότε;

-όλη μέρα. Άντε μη σε βάλω να σφάξεις και καμιά κότα τώρα. Έχε χάρη που είναι μερεμέτι η δουλειά.

-εγώ έχω φτιάξει όμως. Κι ας μην ήξερα για το αίμα. Κατέβα να πα’ να φάμε ρε μάστορα.

Η βαθιά επαφή με ότι έχει φέρει γύρα σ’ αυτόν τον πλανήτη σαν προσευχή, σαν όνειρο, σαν πίστη υπάρχει και λειτουργεί ερήμην λογικού. Στο κύτταρο. Αυτό μας σώζει ίσως ακόμα σαν είδος, σκέφτηκα.

Μάζεψε τα εργαλεία ο νάσιος, κοιτάξαμε λίγο το χωριό από ψηλά, έδεσα το φουλάρι που φορούσα στο λαιμό στο παράθυρο της σοφίτας, προσφορά στον θεό απόλλωνα για καλοτυχία και κατεβήκαμε.

Σταθήκαμε λίγο από κάτω να καμαρώσουμε τη δουλειά. Ένα αεράκι ελαφρό κούνησε το φουλάρι. Το σπίτι χαμογελούσε. Γιατί τα σπίτια είναι ζωντανοί οργανισμοί. Κι ανάλογα τι σπέρνουν μέσα οι άνθρωποι που τα κατοικούν, ανθίζουν ή μαραίνονται. Όπως και όλα τα πράγματα, υλικά και μη. Την αξία την αποδίδει το θυμικό, το πνεύμα. Από μόνο του τίποτα δεν έχει αξία. Άμα δεν τ’ αγαπήσεις, άμα δεν το τιμήσεις αυτό που λες, αυτό που κάνεις, αυτό που πιστεύεις, αυτό που έχεις, δεν είναι τίποτα. Τίποτα.

-Άντε ρε μάστορα, πάμε να φάμε. Έχω αφιερώσει ένα κοτόπουλο στη θεά Εστία. Πάμε να το τιμήσουμε.

-Πάμε ρε νοικοκύρη. Καλορίζικη η στέγη.

Μύρισε το ξύλο στο τζάκι, βγήκε καπνός απ’ τη στέγη, το σήμα δόθηκε. Όλα καλά.

(Τσιατί είναι η ξύλινη κατασκευή της στέγης που πάνω της μπαίνουν τα κεραμίδια.Μαχιάς είναι η γωνία της ξύλινης κατασκευής της στέγης που στηρίζεται πάνω στη γωνία του σπιτιού. Τσιόκι είναι το εργαλείο με το οποίο πελεκάν τις πέτρες. )

της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο για πρώτη φορά στις 11 Ιούλη του 2015 εδώ

Τα μαντήλια

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s