Του έρωτα και του θανάτου

erwtas_thanatos_-698x336

Περπατάει στον κεντρικό δρόμο της πόλης, καλοκαίρι απόγευμα, γεμάτες οι καφετέριες κόσμο, από δω οι νέοι, από κει οι συνταξιούχοι, παιδιά παίζουν στη μέση, ποδήλατα, άνθρωποι περνάν και παν. Μοιάζουν όλα τόσο ήρεμα και γλυκά. Εκείνη πάλι δεν μπορεί να αποφύγει αυτή την αίσθηση τέλους. Την βασανίζει.

-δηλαδή; τι αίσθηση είν’ αυτή; την ρωτάει η φίλη της

-μια αίσθηση ότι βλέπω κάτι που έχει ήδη περάσει

-ε, έτσι είναι. Μια στιγμή είναι. Μια που τη ζεις, και μια που έχει περάσει.

Μα είναι κάτι πιο βαθύ, σκέφτεται, που λέει κι ο ποιητής. Μια στιγμή αρκεί. Να σπάσει ο καθρέφτης χίλια κομμάτια με πάταγο μέσα στη νύχτα. Και νa ‘ναι η δική σου στιγμή. Ένα πετραδάκι αρκεί. Κάποιος να παίζει jenga στο κεφάλι σου. Ή και όχι. Να τo ‘χεις παίξει εσύ ο ίδιος. Και ν’ αλλάζει όλο το σκηνικό δραματικά. Και να πρέπει να το βαδίσεις έτσι κι αλλιώς.

Φτάνουν στο στέκι και κάθονται στο μπαρ. Κοιτάζουν το βιβλίο του φίλου. Ο ‘θερμός σεπτέμβρης’. Διορατικό. Με την άκρη του ματιού της τον βλέπει να μπαίνει. Νιώθει το βλέμμα του πάνω της. Το ξέρει το βλέμμα αυτό. Καλά. Το ‘χει ξαναζήσει. Τότε που θα του ανταποκρινόταν. Τώρα αποστρέφει το βλέμμα.

-Ρε συ, της λέει η στέλλα.

-Ε, τι;

Της κάνει νόημα προς την μεριά του.

-ε, τι; Θα μπορούσα, αλλά τι μου φταίει κι αυτός;

-με δουλεύεις;

-όχι. Και όχι.

-Γιατί;

-ο έρωτας, φίλη μου, ταιριάζει στην Ηλέκτρα. Που είναι νέα, που το σώμα είναι απλήγιαστο, που έχει χρόνο, που δεν έχει τελέσει ακόμα τις χοές και τις θυσίες.

-Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα.

-Ε, το ίδιο είναι.

-Και τι; δηλώνεις παραίτηση;

-όχι. Απλά η φωτιά του τέλους είναι η μεγαλύτερη. Και δεν την σπάμε σε κομματάκια. Δεν την ξεπουλάμε. Την θέλουμε ολόκληρη. Εξάλλου ο έρωτάς μου έχει εξαπλωθεί πέρα από το ένα πρόσωπο. Στο ένα πρόσωπο πνίγομαι.

-Άντε καλέ. Φοβάσαι.

-Μπορεί.

Η Ελενίτσα στέκεται πίσω απ’ την πόρτα. Έχει ξεχάσει ότι πρέπει ν’ απλώσει το χέρι και να την ανοίξει μόνη της. Είκοσι χρόνια δεν της επιτρεπόταν ν’ αγγίξει πόρτες. Μόνο ο φύλακας ανοίγει και κλείνει πόρτες. Αυτό που ξέρει είναι ότι μια πόρτα σιδερένια στέκεται πάντα ανάμεσα σ’ αυτήν και τον έξω κόσμο. Κι αυτή ήταν πάντα στον μέσα κόσμο.

Η Ελενίτσα. Ετών 73, αδύνατη, νευρώδης, μέτριο ανάστημα, λευκά μαλλιά κοντά, τα χαρακτηριστικά της δείχνουν ότι έχει υπάρξει μια γυναίκα άκρως γοητευτική.

-βγαίνεις, της φωνάζει η ανθρωποφύλακας. Άνοιξε την πόρτα.

Αυτή στέκεται σ’ ένα κενό τόπο. Φοβάται ότι αν ανοίξει την πόρτα, θα την χτυπήσει το φως και θα διαλυθεί.

Φοβάται ότι θα είναι εκείνος πάλι έξω απ’ την πόρτα και θα την περιμένει. Με τη λιμουζίνα και τους σωματοφύλακες στημένους σε ελαφριά υπόκλιση. Ότι θα την πάρει ξανά απ’ το μαγαζί της στους 55 δρόμους της νέας υόρκης και θα την πάει στη χώρα του. Να την χορέψει σάλσα στη μεγάλη σάλα και να ‘ναι η αγαπημένη. Του πρόεδρου. Του ηγέτη. Και μετά, μέσα σε μια στιγμή να βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα. Καταδρομείς να μπαίνουν από παντού ουρλιάζοντας, να τους σέρνουν σαν έμπορους κοκαΐνης στην παγκόσμια κατακραυγή, που ένα λεπτό πριν ήταν συνεργάτες και φίλοι και προστάτες. Κι όλα να γίνονται στάχτη, σκόνη. Σε ένα λεπτό. Jenga.

‘Άνοιξε την πόρτα Ελένη!’ η φύλακας δίπλα της επιτακτικά. Άμα είναι να φύγεις απ’ τα χέρια τους, δεν περιμένουν καθόλου. Ούτε ένα λεπτό. Ένα λεπτό για να καταλάβεις πώς ανοίγει η γαμημένη η πόρτα. Ξεφορτώσου με σου λεν. Άντε.

Ανοίγει. Πόσο φως! Πονάει. Κανένας δεν είναι εκεί έξω. Λίγο που συνηθίζουν τα μάτια της. Είναι κάποιος. Η μικρή της αδερφή. Μικρή. 65. Λευκά τα μαλλάκια της κι αυτηνής. Μ’ ανοιχτά τα χέρια. Αγκαλιάζονται μετά από είκοσι χρόνια που βλέπονταν μέσα απ’ τα κάγκελα.

Δυο γριούλες που περπατάν στο δρόμο αγκαλιασμένες. Δεν βλέπουν και πολύ καλά. Ποιος βλέπει τα δάκρυα.

Την ίδια ώρα στο στέκι μπαίνει ένα τύπος. Ντίρλα. Φέσι. Τύφλα, πώς το λένε. Κοντός, μεσήλικας, κοιλίτσα, μυρίζει τσίπουρο από μακρυά. Άμα ανάψεις αναπτήρα κοντά του κάηκες. Κι εσύ, κι αυτός. Λίγο παρακάτω απ’ το στέκι είναι ένα μπαρ. Με γυναίκες. Του τζώνυ. Σε λάθος πόρτα μπήκε ο τύπος αλλά πώς του το λες τώρα. Πάει στο μπαρ καρφί και κάθεται. Πιάσε ένα ουίσκι, λέει στη βάσω που είναι πίσω απ’ τον πάγκο εκείνη την ώρα.

Η Βάσω μας κοιτάζει ένα γύρο, τι ουίσκι θέλετε; του λέει

-τζώνυ. Με πάγο.

Απ’ τη φωτογραφία στον τοίχο ο τσε με τον κάστρο κοιτάζουν τη φάση.

-και πες κι αυτό το κορίτσι το ψηλό να έρθει να την κεράσω ότι πίνει, συμπληρώνει ο τύπος.

Δυο-τρεις φεύγουμε αυτόματα προς τα έξω, να γελάσουμε ελεύθερα.

-να σας εξηγήσω αρχίζει να λέει η βάσω.

Πλησιάζει ο μπίλυ. Έχετε κάνει κάποιο λάθος του λέει. Ο τύπος τον κοιτάζει απλανώς. Δεν αντιλαμβάνεται τίποτα. Εδώ δεν είναι μπαρ, συνεχίζει ο μπίλυ.

-και τι είναι;

-είναι στέκι.

-ε, εντάξει αδερφέ. Ότι θες. Πες και το κορίτσι αυτό το ψηλό να έρθει να το κεράσω ότι πίνει.

Δε βγαίνει άκρη, φωνάζουμε το τζώνυ από δίπλα.

Μπαίνει ο τζώνυ. Ε, χρηστάκο που είσαι παλληκάρι μ;

-έλα ρε τζώνυ, που είσαι ρε φίλε;

-εδώ είμαι. Σήκω, πάμε δίπλα.

-Γιατί;

-δεν είναι της δουλειάς τα κορίτσια εδώ ρε χρηστάκο. Πάμε σου λέω.

-α, εντάξει. Με το συμπάθιο κιόλας. Έγινε λάθος. Τι χρωστάμε;

Της μιχαλούς χρωστάμε αδερφέ. Πληρώνουμε και πληρώνουμε και τελειωμό δεν έχουμε.

Τον έρωτά του μέσα.

Υ.Γ.

Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο γραφτό είναι όλα φανταστικά.

της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο για πρώτη φορά στις 27 Ιούνη του 2015, εδώ

Του έρωτα και του θανάτου

 

Advertisements

One thought on “Του έρωτα και του θανάτου”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s