Το περιμενόμετρο

perimenometro_-698x336

Είμαι στον προθάλαμο και περιμένω τον γιατρό. Μπροστά μου η γκρι θαλασσί πόρτα του ιατρείου. Θ’ ανοίξει και θα βγει ο γιατρός. Να μου πει αυτό που ήδη ξέρω. Ότι ο πατέρας μου είναι στον προθάλαμο και περιμένει να φύγει. Για κάπου, δεν ξέρω που, κάπου που δεν θα μπορώ να του χαϊδέψω πια τα μαλλιά. Θέλω να γυρίσω την πλάτη και να φύγω. Να μη το ζήσω αυτό που έρχεται. Και μένω. Ακίνητη. Να περιμένω. Το αναπόδραστο. Και γίνομαι μικρή. Ένα κοριτσάκι που κοιτάζει έξω, μισοκρυμμένο στο κούφωμα της πόρτας.

Έξω απ’ τα μεγάλα ανοιχτά παράθυρα ακούω τα αυτοκίνητα να περνάν με ταχύτητα. Βουμ βουμ βουμ. Το χάος μουγκρίζει. Φθινόπωρο. Πέφτουν τα φύλλα. Αναμένεται χειμώνας. Βαρύς. Μακρύς. Όλοι κάτι περιμένουν. Μάλλον είναι φυσιολογική κατάσταση. Ο καιρός περιμένει τον άλλον καιρό, η νύχτα τη μέρα, το λουλούδι τη μέλισσα και βάλε. Λέω να μετρήσω όλα τα περίμενε της ζωής μου. Πότε άρχισαν; Νομίζω απ’ τη μήτρα της μάνας μου. Από τότε ακόμα ήθελα να γυρίσω την πλάτη και να φύγω. Προς την άλλη μεριά. Κι έμενα ακίνητη. Να ζήσω αυτό που δεν ήθελα να ζήσω. Τελικά με τραβήξαν με το ζόρι. Με τις κουτάλες. Μάλλον είναι βολική κατάσταση να περιμένεις. Έχεις άλλοθι. Φαντάζεσαι να μην περιμένεις; τίποτα;

Θα φτιάξω μια εφαρμογή ηλεκτρονική. Θα την πω περιμενόμετρο. Να μετράει πόσες ώρες περιμένει ο καθένας μας ν’ αρχίσει τη ζωή του. ‘Η να την τελειώσει.

Σκέφτομαι ότι εκείνη η Πηνελόπη την είχε την εφαρμογή της. Κι ας μην ήταν ηλεκτρονική. Ο αργαλειός μετρούσε. Ντούκου ντούκου ντούκου ντούκου. Όλα τa ‘χε εκείνη. Κι έναν Όμηρο να την τραγουδήσει. Δεύτερος ρόλος βέβαια, αλλά έτσι πάει. Σε μια άλλη ζωή μπορεί να γινόταν αυτή οδυσσέας και ο οδυσσέας πηνελόπη. Εκεί να δεις γλέντια.

Πηνελόπη ντίαρ θέλω να σου πω ότι δε σε χωνεύω καθόλου. Μας στοίχειωσες τη ζωή με το περίμενε. Μας το ‘κανες αξία.

Και θέλω να σε ρωτήσω ένα πράγμα μόνο.

Όταν ήρθε αυτό που περίμενες, ήταν αυτό που περίμενες;

ή ήταν κάτι άλλο;

κι έπρεπε να περιμένεις ξανά να γίνει αυτό που περίμενες αυτό που περίμενες;

Θέλω να μου το πεις αυτό, γιατί για μένα κάθε φορά που τελείωνε ένα περίμενε, άνοιγε ένα άλλο. Να τελειώσω το σχολείο, να τελειώσω το πανεπιστήμιο, να τελειώσω τη δουλειά, να αλλάξει ο κόσμος, να αλλάξει για τα εγγόνια μου και πάει λέγοντας. Γύρω η ζωή να εκρήγνυται και μέσα κύματα άλογα, να καλπάζουν άγρια και να θέλουν να με λιώσουν. Τώρα! φώναζαν. Αλλά εγώ να πρέπει να περιμένω.

Ένα κοριτσάκι μισοκρυμμένο στο κούφωμα της πόρτας να κοιτάζει έξω.

Μια άλλη φορά περίμενα εκείνον. Είχα πει χωρίζουμε, δεν θέλω να παντρευτώ, δεν θέλω παιδιά, δε θέλω τίποτα απ’ αυτά που θέλεις. Θέλω να ζήσω, να τρέξω στον ήλιο, να διαβάσω όλα τα βιβλία, ν’ ακούσω όλες τις μουσικές. Εκείνος δεν καταλάβαινε. Πονούσαμε, δε λέω. Κάνε μου δυο παιδιά μου έλεγε και φύγε μετά. Τότε χρειάστηκε να φύγει για λίγο. Ταξίδι επαγγελματικό. Και μου ‘λειψε. Μετάνιωσα. Τι ψάχνω να βρω είπα, γύρισα στο σπίτι, καθάρισα, έβαλα λουλούδια στο βάζο, μουσική, έστρωσα την κουβέρτα την καλή, την κόκκινη την καρό, μαγείρεψα και τον περίμενα. Να γυρίσει.

Πέρασε η ώρα που ήταν να ‘ρθει και δε φάνηκε.

Έφτιαξα καφέ ξημερώματα αλλά με πήρε λίγο ο ύπνος.

Κι εκεί ήρθε η εικόνα και με χτύπησε. Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα, που λέει κι ο σοφός λαός. Από αλλού το περιμένεις κι απ’ αλλού σου ‘ρχεται. Κάτι τέτοιο.

Ήταν αυτός στην αποβάθρα του τρένου, αγκαλιά με μια γυναίκα. Τόσο λυπημένος, τόσο ερωτευμένος με κείνη τη γυναίκα, και ήξερα και τ’ όνομά της. Ρενέ.

Αντίστροφη μέτρηση. Έγινα ένα τετραγωνάκι στην κουβέρτα την καρό. Κάλεσα όλα τα στοιχειά. Αρκούδα του βορρά και Τίγρη της ανατολής. Λιοντάρι του νότου και μάγισσα του δάσους. Δώστε μου δύναμη.

Γιατί θυμώνεις; προδόθηκες; μόνη σου δεν το ‘φτιαξες όλο το υφαντό; ήθελες να σε περιμένουν; κανένας δεν περιμένει κανέναν. Κι η ζωή ακόμα περισσότερο. τι θέλεις τώρα;

Ανεμοστρόβιλοι μανιασμένοι χτύπησαν όλους τους τοίχους.

Όταν άνοιξε η πόρτα, μετά από ανεξερεύνητο χρόνο, αργά ήταν, πολύ αργά, ήμουνα όρθια μπροστά στην κόκκινη καρό κουβέρτα

‘ποια ήταν ρε μαλάκα αυτή η ρενέ;’

Κιτρίνισε κι ακούμπησε στο κούφωμα της πόρτας

‘που το ξέρεις;’ ψέλλισε

Έφυγε όλο το βάζο με τα λουλούδια που τον περίμεναν.

Πέρασα από πάνω του κι έφυγα.

Στο τώρα. Τότε.

Γι’ αυτό σου λέω πηνελόπη.

Όλα τα περίμενε δεν τελειώνουν με επιστροφή. Άλλα σημαίνουν αναχώρηση κι άλλα συναγερμό. Όλα σημαίνουν ένα τέλος.

Και περιμένεις το επόμενο.

Να ‘ρθει ένα περίμενε να το περπατάς να μη σου καίει τα πόδια.

Να σε περιμένει αυτό και να ‘ναι αγκαλιά. Και θέλεις δε θέλεις να μπεις. Και να μείνεις. Χωρίς να περιμένεις άλλο τίποτα πια.

Απλά ν’ απλώσεις τα πόδια και να σε χωράει το τώρα.

Να φύγεις απ’ το κούφωμα της πόρτας και να βγεις έξω κοριτσάκι.

Κι άσε την πηνελόπη να υφαίνει για πάντα.

Στην τυχερή της ατυχία.

Πιστή και τρίχες, πηνελόπη ντίαρ. Πιστός είναι κι αυτός που φτιάχνει καράβι και πάει να το βρει αυτό που θέλει, άμα δεν κουνηθείς εσύ, μην περιμένεις τίποτα, το ωραίο ταξίδι αγαπήσαμε στις ιθάκες.

Κοριτσάκι. Τα σπάμε τα περιμενόμετρα.

της Ιωάννας Βράκα

δημοσιευμένο στις 19 Σεπτέμβρη του 2015, εδώ

Το περιμενόμετρο

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s