Ταξίδι επιστροφής

947280_10152013376066753_776328975_n

Θέλω να φύγω και δεν θέλω. Λέω για να με πείσω θα βγείς στον δρόμο και θάχει ήλιο και θα σ’αρέσει. Έχω θεματάκι με τις μεταβάσεις . Δεν μπορώ να διαχειριστώ το τελείωμα, να πάρει. Σε ό,τι.. Τον αποχωρισμό.
Φιλί, αγκαλιά, στο επανιδείν. Πότε τώρα? Ποιος ξέρει? Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια κάποιος θεός χαμογελάει. Τώρα σε βρήκα τώρα σ’αφήνω.
Τέλος πάντων βγαίνω. Με το μπαγάζι στον ώμο. Είναι αυτή η θλίψη έξαψη που δίνει δύναμη στο σώμα να προχωρήσει. Βήμα βήμα.
Καθαρίζω τζάμια. Αγοράζω τσιγάρα. Βάζω βενζίνη. Μιλάω σα κανονικός άνθρωπος.
Ενας ήλιος μεγαλειώδης αυτές τις μέρες μέτρησε φωτεινές συναντήσεις. Μα Θέλω να ζήσω και τις σκοτεινές σου σιωπές. Να δω. Μας αντέχουν?
Φεύγω λοιπόν. Μια επίσκεψη ακόμα. Εκεί που η απουσία σημαίνει αβάσταχτο. Εκεί που η απουσία δεν θα γιατρευτεί ποτέ πιά. Ένας άνθρωπος αγαπημένος που έφυγε οριστικά πρόσφατα. Αυτοί που μείναν πίσω ακόμα τον κρατάν στα μάτια τους, τον βλέπεις κι εσύ, σωπαίνεις.
Φιλί, αγκαλιά, στο επανιδείν. Πότε τώρα? Ποιος ξέρει? Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια κάποιος θεός χαμογελάει. Τώρα σε βρήκα τώρα σ’αφήνω.
Αθήνα, παλιά μου αγαπημένη. Είχα πει πως χωρίσαμε τελειωτικά. Κρατάς κομμάτια μου. Δεν ξέρω αν πρέπει να θυμώσω γι’αυτό ή να χαρώ. Δεν έχει καμμία έννοια νομίζω ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το γεγονός παραμένει. Κι ακόμα ‘γράφεις’. Υπάρχουν σημεία που παθαίνω μια παράκρουση, ότι βλέπω τα πρόσωπα και τη φάση ατόφια ξανά, σα να βγαίνει απ’τους τοίχους, να αναδύεται απ’τα πεζοδρόμια. Και συνήθως αποφεύγω να περάσω από τα μέρη που η μνήμη είναι συμπαγής. Φορτωμένη. Νομική, χημείο, πλατεία, καλλιδρομίου, δαφνομήλη, πατησίων, κυψέλη.
Στο ράδιο παίζει φατμέ ‘δεν θέλω να θυμάμαι, δεν θέλω να ξεχνάω. Ψέμματα, ψέμματα πες μου πως είναι ψέμμα, ένα αστείο κακό, ένα όνειρο..’
Είναι και άνθρωποι που ήθελα να δω και δεν είδα.
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’αυτό τώρα. Έχω φτάσει κηφισιά. σταματάω λίγο. Όχι, φεύγω. Έχω φύγει. Σε κανα μισάωρο ο ήλιος βασιλεύει. Κι ήθελα να τον δω απ’τα βουνά σήμερα. Άργησα λίγο. Γιατί μούπε ο φίλος να μη φύγω πριν την έκλειψη. Οκ. Σε ακούω.
Ε λοιπόν μην γκρινιάζεις λέω. Σκέψου τα ηλιοβασιλέματα στη θάλασσα που σου χαρίστηκαν ολόψυχα, ο κήπος με τη λεμονιά και τα πεύκα, τα γέλια, οι φίλοι, αγκαλιές, παιχνίδια, η princess του parov stelar , η ονειροπόληση, τα βιβλία, το γράψιμο.
Με πονάει το δόντι. Δεν έχει δόντι εκεί που με πονάει. Ψυχοσωματικό? Νευροφυτικό?
Παίρνω παυσίπονο.
Ηλιοβασίλεμα στην εθνική. Τα βουνά μπροστά μου λούζονται σε μια διάχυτη ηλιακή αχλή, αιωρούνται, διάφανα, ανάλαφρα. Ο ήλιος δεν φαίνεται, έχει στείλει τα χέρια του, δέσμες ακτίνες τα αγκαλιάζουν τρυφερά και κείνα έχουν ξαπλώσει μέσα τους σα γυναίκα που έχει αφεθεί στην αγκαλιά του αγαπημένου της και στο χάδι του.
Είμαι ευλογημένη λέω. Ευγνωμονώ. Ευχαριστώ.
Θήβα αριστερά. Δεν κοιτάζω αριστερά.
Είναι πολλοί οι λόγοι για τους οποίους μπορώ να είμαι ευγνώμων.
Τους αναφέρω μέσα μου. Έναν έναν.
Στο ράδιο έχει αφιέρωμα στον Lou Reed. Τραγουδάει με την Nico femme fatale.
Θα βρεθούν τώρα. Έχουν λογαριασμούς να κλείσουν. Λέω.
Όλοι οι λογαριασμοί εξάλλου κλείνουν. Αργά ή γρήγορα.

Έχει βραδιάσει. Ανάψαν τα φώτα του κόσμου όλα. Πλησιάζω άγιο κωνσταντίνο. Η θάλασσα καθρέφτης όλα τα χρώματα φώτα καθρεφτίζονται μέσα της. Παίρνω την παλιά εθνική. Περνάω μέσα απ’τα καμένα βούρλα. Με φοβίζουν αυτά τα τούνελ τέρατα. Τα παρακάμπτω. Κλείνω το ράδιο. Θέλω ν’ακούσω τον ήχο του κόσμου γύρω μου.
Με πονάει το δόντι. Σκέφτομαι άμα περάσω δομοκό θα σταματήσει. Βγαίνω να κάνω ένα τσιγάρο. Άνθρωποι γύρω μου περπατούν, βιάζονται, σπρώχνουν καροτσάκια με μωρά, μιλάν, δουλεύουν, διασχίζουν τον δρόμο, οδηγούν, τρων, πίνουν καφέ, ερωτεύονται. Εγώ alien.
Μ΄αρέσει ο δρόμος.
Τραγουδάω ‘για μένα ο δρόμος είναι δρόμος’
Φτάνω δομοκό. Στροφή κεφαλής δεξιά. Κατάστημα κράτησης σε πλήρη φωταψία. Το χωριό σκοτεινό, άδειο. Μόνο μια καφετέρια έχει φως. Κι απ’έξω δυό κοπελλιές με σακβουαγιάζ ακουμπισμένα δίπλα τους, δυό νεαροί με δυό μεγάλες σακούλες στα χέρια, κάποιο λεωφορείο περιμένουν, επισκεπτήριο λέει το εμφανές.
Τώρα πιά είναι πιο κοντά ο προορισμός. Η αποχώρηση ξεμάκρυνε.
Ακόμα με πονάει λίγο το δόντι. Όχι όπως πριν όμως.
Αρχίζω και σκέφτομαι την καινούργια άφιξη.
Εξω απ’την καρδίτσα ψάχνω να βρω λαικά στο ράδιο αλλά δεν βρίσκω. Αντί γι’αυτό βρίσκω summertime sadness
‘kiss me hard before you go’
Παρκάρω. Κατεβάζω τα πράγματα. Το σπίτι έχει φως, το βλέπω.
Είναι γλυκό πράμα να γυρίζεις σπίτι. Να έχεις σπίτι να γυρίσεις. Πιο γλυκό ακόμα να σε περιμένει κάποιος να γυρίσεις.
Όχι? Ναι? Εξαρτάται?
Μέχρι τον επόμενο δρόμο. Φιλιά . Αγκαλιά. Στο επανιδείν.

Ιωάννα Βράκα

γραμμένο τον Νοέμβρη του 2013

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s