Μια μέρα που την έλεγαν Odin

Ξυπνάω αιωρούμενη στο σκοτεινό στόμα μιας σπηλιάς φτιαγμένης από τόνους σκόνη, κιτρινισμένους φακέλλους, ξεφτισμένα χοντρά βιβλία με νούμερα λατινικά αριθμημένα και στοιχισμένα , που πυργώνονται θολωτά μέχρι που δε βλέπω σα τάφος του ξεχασμένου φαραώ, κανένα άνοιγμα πάνω, μια τρύπα, κάτι, να μπαίνει φως, ταλαντεύομαι στο χείλος να πέσω μέσα στο βάθος το απύθμενο σα την αλίκη και να μη βρίσκω ούτε πάτο ούτε λαγό, έστω να πιαστώ από ένα κλαρί να μη με καταπιεί το θηρίο.

Τα στηλώνω, κατρακυλάω ανάποδα, κάτω απ’το κρεββάτι.

Τετάρτη δεν παίζω υπόγεια παιχνίδια. Αρνούμαι.

Θα κάτσω στον ήλιο, να διαβάσω τις νευρικές μάγισσες του τέρρυ.

Κατρακυλάω απ’την ανάποδη, κάτω απ’το κρεββάτι. Αυτά τα κρόσια, αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο, είναι κρόσια, απ’το χαλί το χειροποίητο της πάλαι ποτέ περσίας, αυτά τα κρόσια είναι δικά μου και δικά μου. Κι αν ήσουνα κι εσύ ακόμα εδώ, θα σούδινα και σένα ένα. Αυτό που και πάλι δεν θα άντεχες. Το κόκκινο. Το κεντρικό, το νευρικό. Νευράκια κρόσια. Κρόσια τα νεύρα. Τα μετράω ένα ένα να χτίσω νευρώνες. Κρόσια στο χαλί. Κόκκινα, πράσινα μπλε. Δημιουργούν καλειδοσκοπική προοπτική, προφανώς εμποτισμένα απ’ αυτό το γιάχε που έψαχνε ο μπάροους μια ζωή και δεν ήξερε που να το βρεί. Εδώ ήταν όλο τον καιρό. Και ένα και δύο και πέντε και δεν έχω υπομονή. Τα γκρεμίζω.

Πέρασέ μου την κλωστή στη μηχανή λίγο γιατί δε βλέπω και θέλω να γαζώσω. Μητέρα. Ευχαριστούμε το σύμπαν, που υπάρχει ακόμα ζωντανός ο γενετήσιος μίτος και μας έλκει με τις κουτάλες σε μια κυτταρική σχέση με μια πραγματικότητα που δεν αγαπήσαμε ποτέ, παρεκτός των κυκλάδων.

Περνάμε τον μινώταυρο από την τρύπα της βελόνας, ως κώνωψ διυλίζων την κάμηλον παρόλο που της πονάει ο τράχηλος, της έρμης της καμήλας, και βγαίνουμε στο μπαλκόνι. Ανάβουμε μια καμήλα βιομηχανική, ρουφάμε τον καπνό ηδονικά και την φυτεύουμε στο χώμα δίπλα στο χρυσάνθεμο που το χτύπησε εκεί που καθόταν ήσυχο η μελίγρα.
Στην αυλή του πνευματικού κέντρου ανάβουν κόκκινες φωτοβολίδες κάτι παιδιά, κορίτσια με λουλούδια στα χέρια και χρωματιστά φουστάνια κάτι γιορτάζουν που να ξέρω που να θυμάμαι τι να πω. Ο μινώταυρος κι εγώ κοιτάμε εκστασιασμένοι. Έχουν όλο τον καιρό μπροστά τους μου ψιθυρίζει στο αυτί η ευρυδίκη απ’την εξωτική κυψέλη. Ναι, της λέω, θυμάμαι.. ο δικός μας καιρός νομίζω πέρασε. Αλλά θα μου πεις, έτσι πρέπει να γίνει, κι έτσι γίνεται.
Το θέμα όμως παρ’όλ’αυτά παραμένει. Στο λέω να το ξέρεις.
Cause if your car wasn’t made on wednesday I ‘d advise you not to even leave home any.

– η τελευταία φράση είναι από το τραγούδι
‘A Wednesday Car’ by Johnny Cash

 

One thought on “Μια μέρα που την έλεγαν Odin”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s