Αύγουστος ο καθαριστής

Ο Αύγουστος είναι τρίχρωμος. Άμα τον κόψεις φέτα όπως κόβουμε το καρπούζι θα το δεις. Είναι γαλάζιος πάνω, ξανθός στη μέση και κόκκινος στον πυρήνα. Τα σπόρια είμαστε εμείς.

Ο Αύγουστος δεν έχει ειδήσεις. ‘Έχει απώλειες. Οι απώλειες είναι η βάση της ύπαρξης. Των πάντων. Όπως πάνω , έτσι και κάτω. Η σπείρα συστρέφεται στο ρυθμό του σύμπαντος, αθέατη αλλά παρούσα, παίρνει το παλιό και το στέλνει στ’αστέρια, ανακατεύει το χώμα κι όλα ξεκινάν ξανά.

Ο Αύγουστος έχει τριάντα φεγγάρια. Κι ας το δείχνει μόνο κάτι λίγες νύχτες.

Ο Αύγουστος είναι ερωτευμένος με την σελήνη. Αυτός ο έρωτας τον καθορίζει, αυτός ο έρωτας τον κινεί.
Όταν είσαι νέος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη βλέπεις μόνο το γαλάζιο του ερωτά τους. Τη λάμψη πάνω στη θάλασσα το μεσημέρι, το παιχνίδι, το φιλί, την αλμύρα, την ένωση.
Από κάτω απ’την βεράντα περνάει ο γύφτος με το ντάτσουν κι απ’ το μεγάφωνο ‘ντομάτες, πεπόνια, καρπούζια γλυκά, ροδάκινα’.
Γιατί όλα ένα ‘Ενα ‘Ολον είναι.
Όταν περνάνε λίγα χρόνια αρχίζεις και βλέπεις το ξανθό του έρωτά τους. Πώς μεστώνει το στάρι, πώς πέφτουν τα σπόρια στη γη, πώς γεμίζουν τ’αμπέλια καρπό.
Αρχίζεις να υποπτεύεσαι τον πυρήνα, καίγονται τα δάση, οι δικοί σου έρωτες καίγονται στη φωτιά, στέκεις εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο της καταστροφής, οι στάχτες μπαίνουν στη ροή της σπείρας προς τα πάνω. Μαζί με τις δικές σου αγάπες. Άνθρωποι και πράγματα. Η συμπαντική ανακύκλωση.
Αύγουστος. Ο καθαριστής.
Γι’αυτό και φτιάχνουμε κρασί, γι’αυτό και φτιάχνουμε κύκλο ενωμένοι να χορέψουμε γύρω απ’τη φωτιά. Γιατί τα ξέρουμε όλα αυτά από παλιά. Γιατί όλα ένα ‘Ενα ‘Ολον είμαστε. Ρίχνουμε χοές. Προσφέρουμε σπονδές. Να μπορέσουμε να αντέξουμε τη φθορά και την αναγέννηση, να είναι πιο απαλή η συνέχεια, να μην γίνει ο έρωτας ολοκαύτωμα. Να μπορέσει η σελήνη να τον γλυκάνει τον καυτό εραστή της, να του μαλακώσει την πυρηνική του καρδιά.

‘Δεν θέλω να με παραχώσουν στο χώμα’ της είχε πει κάποτε, έναν Αύγουστο. Τόσο νέοι ακόμα που πίστευαν ότι θα βγουν νικητές με τους δικούς τους όρους, στην κούρσα θανάτου που είχαν ξεκινήσει. Εκείνη κατάλαβε κάποια στιγμή ότι τους όρους τους θέτει άλλος και νικητής είναι εκείνος που μπορεί να πει αρκετά, αλλάζω τώρα. Επέστρεψε στη ζωή, η οποία,  όπως είναι γνωστό τοις πάσι,  συνεχίζει αμείλικτη και ακάθεκτη, μαζί με τον αύγουστο και μετά κι απ’αυτόν, ανεξαρτήτως και παρά. Εκείνος μέχρι το τέλος έμεινε στην ίδια κούρσα. Μέχρι που νίκησε η κούρσα.
΄θέλω, όταν πεθάνω, να με πάρεις και να με πας στο βουνό’ της είχε πει ‘να βάλεις μια μεγάλη φωτιά και να με κάψεις. Και να φύγει η στάχτη μου στ’αστέρια. Εντάξει;’
Εντάξει, του είχε πει. Γιατί τόσο νέοι. Αθάνατοι νόμιζαν. Άφθαρτοι. Μόνο το γαλάζιο έβλεπαν. Χρόνια μετά, στα μέσα του μήνα, ο αύγουστος τον πήρε. Η υπόσχεση δεν εκπληρώθηκε ποτέ. Νικήθηκε κι αυτή από την δύναμη των ειωθότων.
Στη μέση της μέρας έβρεξε. Εκείνη σκέφτηκε ότι το νερό είναι καλό σημάδι. Μια συγχώρεση. Μια κάθαρση. Ένα κλείσιμο του ματιού. Ότι ο δρόμος καθάρισε έτσι η αλλιώς.
Η σπείρα έκανε τη δουλειά της. Τιμές αποδόθηκαν. Γιατί όλα ένα ‘Ενα Όλον είμαστε.
Το βράδυ, ολόγιομη η αυτού μεγαλειότης η Σελήνη μεσουρανούσε απόλυτη κυρίαρχος. Δεν μπορώ να ξέρω τι διεμήφθη μεταξύ των εραστών.
Τα βουνά πάντως ήταν γαλάζια όλο το βράδυ απ’τ’άγγιγμά της.

 

Ιωάννα Βράκα. Αύγουστος 2019.

το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά εδώ

~Αύγουστος ο Καθαριστής~

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s